Καθημερινή, Κυριακή, 07 Δεκεμβρίου 2003

Η
Ευρώπη γερνάει. Η οικογένεια συρρικνώνεται, αλλάζει, ίσως
καινά «πεθαίνει». Ο γάμος δεν είναι πια η μοναδική επιλογή
για το ζευγάρι. Το διαζύγιο απενοχοποιείται ακόμη και
στο μεσογειακό Νότο, παρότι κάποια στοιχεία δείχνουν ότι...
βλάπτει την υγεία. Το παιδί μπορεί να μεγαλώσει πια ακόμη
και με έναν γονιό, διαζευγμένο ή απλώς ανύπαντρο. Αλλά
κατά κανόνα είναι μοναχοπαίδι. Μοναχικά γεράματα περιμένουν
όλο και περισσότερους Ευρωπαίους. Μοιάζει να είναι αυτό
το τίμημα για τη μακροζωία που τους χάρισε ο 20ός αιώνας.
Πρόσθεσε 33 χρόνια ζωής στο μέσο Ευρωπαίο, παρά τους δύο
Παγκόσμιους και τους πολλούς τοπικούς πολέμους ...
Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι δηλώνουν μάλλον
ευχαριστημένοι από τη ζωή τους. Εξαίρεση οι Έλληνες, στους
οποίους η κατάρρευση του οικογενειακού μοντέλου δεν βρίσκει
αποδοχή ανάλογη με αυτήν στον ευρωπαϊκό Βορρά. Στη χώρα
μας οι αλλαγές στο μοντέλο ζωής φθάνουν με καθυστέρηση
και μέσα από αντιστάσεις. Αλλά και εδώ στο επίκεντρο των
εξελίξεων βρίσκεται η γυναίκα.
Αυτά είναι οι ψηφίδες μιας ανεπαίσθητης επανάστασης που συντελείται στην Ευρώπη, την τελευταία εικοσαετία, όπως καταγράφονται στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κοινωνική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2003.
Γάμος: άσ' τον γι' αργότερα.
T
ο 1980, η απόφαση ενός νέου να έλθει εις γάμου κοινωνίαν
στην ηλικία των 26 χρόνων, εθεωρείτο φυσιολογική. Το 26ο
έτος για τον άνδρα και το 23ο για τη γυναίκα ήταν μια
καλή ηλικία για να ξεκινήσουν οικογένεια. Σήμερα, η απόφαση
αυτή μοιάζει πολύ πιο δύσκολη. Η ηλικία γάμου μετατοπίστηκε,
για τον μεν άνδρα μετά τα 30, για τη δε γυναίκα μετά τα
28. Και για κάποιους η απόφαση δεν λαμβάνεται ποτέ, όπως
αποδεικνύεται από τη μείωση του αριθμού των γάμων. Το
1970 αντιστοιχούσαν οκτώ γάμοι ανά 1.000 κατοίκους. Το
2001 μόνο πέντε.
Αντιθέτως τα διαζύγια μάλλον ... επισπεύδονται.
Μέσα σε μία εικοσαετία, το ποσοστό των γάμων που κατέληξαν
σε διαζύγιο διπλασιάστηκε. Το 28% των γάμων που τελέστηκαν
το 1980, έληξε με διαζύγιο, όταν το ποσοστό για τους γάμους
που είχαν γίνει το 1960 ήταν 15%.
Δεν χωρίζουν με την ίδια ευκολία όλοι
οι Ευρω παίοι. Η τάση έρχεται από τον Βορρά και ακολουθεί,
παρά την όποια καθυστέρηση, ο Νότος. Είναι χαρακτηριστικό
ότι το 40% των γάμων που έγιναν το 1980 στη Δανία, στη
Φινλανδία, στη Σουηδία και στη Βρετανία, διεκόπησαν με
διαζύγιο. Το αντίστοιχο ποσοστό για τις χώρες του νό
του κυμαίνεται στο 15%. Όμως και εδώ η κατάρρευση του
οικογενειακού μοντέλου που συμβολίζει ο γάμος είναι εμφανής,
ακόμη κι αν αποφευχθεί η δια νόμου πιστοποίηση.
« Αγάπη μου, θέλεις να συζούμε;»
Mήπως όλα αυτά σημαίνουν ότι ο Ευρωπαίος
αποστρέφεται τη συμβίωση; Κάθε άλλο. Η επιλογή της ελεύθερης
συμβίωσης κερδίζει έδαφος σε όλη την Ευρώπη. Το 1998,
σύμφωνα με την έρευνα της Ευρωπαϊ κής Επιτροπής, το 33%
των νέων κάτω των 30 είχαν ερωτική σχέση. Εξ αυτών το
8% είχε επιλέξει τη συμβίωση. Το ζευγάρι είναι ο κανόνας
για το 53% έως 70% των νέων στη Βόρεια Ευρώπη, στην Ολλανδία
και στη Βρετανία. Σε αυτές τις χώρες ένα στα τέσσερα ζευγάρια
έχει κοινή στέγη, σε αντίθεση με την Ελλάδα και τις άλλες
νοτιοευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες η συμβίωση επιλέγεται
μόλις από 1% έως 5% των ζευγαριών. Παραδόξως, στη Μεσόγειο,
οι ερωτικές σχέσεις με διάρκεια είτε είναι πιο σπάνιες
είτε κοινοποιούνται πιο δύσκολα, αφού τα ζευγάρια με βάση
την έρευνα καταγράφονται ως ποσοστό μόνο στο 8% έως 15%.
Γιατί μειώνεται ο αριθμός των μελών;
Πρωτίστως,
μειώνονται οι γεννήσεις. Η τάση εκδηλώθηκε ήδη από τα
μέσα της δεκαετίας του '60 και κορυφώθηκε το 1999, οπότε
αντιστοιχούσαν κατά μέσον όρο 145 παιδιά σε κάθε 100 Ευρωπαίες
το 1960, ο αντίστοιχος δείκτης ήταν 259 προς 100. Σήμερα,
τη μεγαλύτε ρη πτώση (από 36% έως 46%) στο ρυθμό γεννήσεων
έχουν η Ελλάδα, η Ισπανία, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία.
Δηλαδή, οι χώρες που εμφάνιζαν τους υψηλότερους ρυθμούς
γεννήσεων στις αρχές της δεκαετίας του '80.
«Μαμά πότε θα παντρευτείς τον μπαμπά;»
Ο γάμος δεν αποτελεί πλέον αναγκαία και
ικανή συνθήκη για την οικογένεια με παιδιά. Για το 28%
των παιδιών που γεννήθηκαν το 2001 στην Ευρώπη των «15»,
δεν προηγήθηκε γάμος. Το 1970 οι εκτός γάμου γεννήσεις
αποτελούσαν μόλις το 6%.
Το βασίλειο των ανύπαντρων γονέων παραμένει
η Σουηδία. Το 56% των παιδιών που γεννήθηκαν στη χώρα
το 2001 είχαν ανύπαντρους γονείς. Αλλά ούτε η Δανία, η
Γαλλία, η Φινλανδία και η Βρετανία πάνε πίσω, παρουσιάζοντας
θεαματικά ποσοστά που φτάνουν το 40%.
Αργά αλλά σταθερά αυξάνεται το ποσοστό
των ανθρώπων που επιλέγουν να έχουν παιδί χωρίς γάμο και
στην Ελλάδα, η οποία διατηρεί την τελευταία θέση στη σχετική
κατάταξη, με ποσοστό 4,1% το 2000 έναντι 1,5% το 1980.
Θεαματική είναι η αύξηση των εκτός γάμου γεννή σεων στην
Ισπανία (έφτασε το 17% το 2000 από 3,9% το 1980), ενώ
και στην Ιταλία το ποσοστό υπερδιπλασιάστηκε μέσα στην
τελευταία εικοσαετία, ανεβαίνοντας στο 9,6% από 4,3%.
Αδελφάκια: είδος εν ανεπαρκεία
…
Τ ο έτος 2000, το 10% των παιδιών
ηλικίας μέχρι 14 ετών ζούσε με ένα γονέα, ενώ μόλις ένα
χρόνο πριν, το ποσοστό των παιδιών σε μονογονεϊκές οικογένειες
ήταν 6%. Συνολικά, την τελευταία δεκαετία οι μονογονεϊκές
οικογένειες αυξήθηκαν κατά 4%. Το ποσοστό για την Ελλάδα
και την Ισπανία είναι 3%, ενώ στη Βρε τανία με τη μεγάλη
παράδοση ξεπερνά το 20%.
Δεν άλλαξε όμως μόνο η μορφή της οικογένειας
αλλά και ... το περιεχόμενο της. Κατά μέσον όρο τα μέλη
που απαρτίζουν τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά μετά βίας φτάνουν
τα τρία. Αλλωστε και αυτή η συστέγαση των τριών μελών
είναι προνόμιο μόνο της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και
της Ιρλανδίας.
Έλληνες, οι πιο απογοητευμένοι
Άραγε, είναι ευχαριστημένος από τη ζωή
του σήμερα ο Ευρωπαίος; Το βέβαιο είναι από τις απαντήσεις
που καταγράφει η έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ότι
οι Ελληνες είναι οι πιο δυσαρεστημένοι: μόνο το 49% δήλωνε
ικανοποιημένο το 2002, με τους Πορτογάλους να εμφανίζουν
σχεδόν το ίδιο ποσοστό (50%). Τότε, πώς διαμορφώνεται
ο υψηλός μέσος ευρωπαϊκός όρος ικανοποίησης (78%) που
αναφέρει η έρευνα;
Από τις απαντήσεις των πολιτών των άλλων
κρατών - μελών προκύπτει σχετικά υψηλός βαθμός ικανοποίησης.
Οι περισσότερο ευχαριστημένοι από τις συνθήκες ζωής φαίνεται
ότι ζουν στη Σουηδία και στη Δανία. Σε αυτές τις χώρες
τα ποσοστά ικανοποίησης αγγίζουν το 95%. Φυσικά, οι άνδρες
-παρότι ζουν λιγότερο- δηλώνουν πιο ευτυχισμένοι με τη
ζωή τους σε σύγκριση με τις γυναίκες, όπως και οι νέοι
σε σύ γκριση με τους ηλικιωμένους.
Ηλικιωμένη γυναίκα, μόνη, ψάχνει…
Οι Σουηδοί μας προκαλούν. Πώς γίνεται να δηλώνεις ικανοποιημένος όταν έχεις μοναχικά γεράματα; Για τα ελληνικά δεδομένα, ακόμη και η διατύπωση του ερωτήματος προκαλεί φόβο. Όμως, στη Σουηδία και στη Δανία το 60% των υπερηλίκων ζουν χωρίς συντροφιά, μόνοι στο σπίτι. Σε αυτές τις δύο χώρες καθώς και στην Ολλανδία, μόλις το 5% των ηλικιωμένων συντροφεύεται από κάποιο οικογενειακό πρόσωπο. Αντιθέτως, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία τα ποσοστά της συμβίωσης μεταξύ των ηλικιωμένων και δη των υπερηλίκων φτάνουν το 30%.
Μήπως όμως αυτός είναι και ο λόγος που
κάνει την παράταση της εργασίας τόσο προσφιλή στους Σουηδούς;
Ίσως, εάν σκεφτεί κανείς ότι έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό
απασχόλησης σε μεγάλης ηλικίας εργαζόμενους. Ανέρχεται
στο 66,5%, όταν στη Δανία, στην Πορτογαλία και στη Βρετανία
φτάνει το 50%, ενώ στο Βέλγιο, στο Λουξεμβούργο, στην
Αυστρία και στην Ιταλία οι οικονομικά ενεργοί ηλικιωμένοι
δεν είναι πάνω από το 30%.
Κι όμως αυτό που σήμερα εμφανίζεται ως
μοναχική σουηδική εξαίρεση, σε λίγα χρόνια ίσως αποτελεί
τη δεσπόζουσα τάση σε όλη την Ευρώπη. Σύμφωνα με την έρευνα,
το 2010, σχεδόν ένας στους τρεις ηλικιωμένους άνω των
65 ετών θα ζει μόνος. Ένας στους δύο ίσως θα συντροφεύεται
από ένα δικό του άνθρωπο, το σύζυγο ή ένα παιδί. Όμως
για εκείνους που θα υπερβούν τα 80, η μοναξιά θα είναι
σχεδόν αναπόφευκτη το 45% δεν θα έχει καμιά συντροφιά,
ένα 10% θα ζει σε οικοτροφεία και μόλις το 14% θα έχει
τη φροντίδα του παιδιού ή του συζύγου.
Η μοναχικότητα είτε ως επιλογή είτε ως
αναγκαίο κακό, είναι πιο εμφανής στις γυναίκες. Σήμερα
πάνω από το 1/3 των γυναικών που έχουν υπερβεί το 65ο
έτος της ηλικίας ζουν μόνες, ενώ για τους άνδρες αυτής
της ηλικίας το ποσοστό δεν ξεπερνά το 9%. Η μοναξιά στα
γεράματα μοιάζει γυναικεία υπόθεση, όπως φαίνεται από
το σενάριο της Ε.Ε. για το έτος 2020 το 80% των υπερηλίκων
που θα ζουν μόνοι στο σπίτι θα είναι γένους θηλυκού. Βάσει
της ίδιας πρόβλεψης, ένας στους πέντε Ευρωπαίους ηλικίας
65 έως 69 ετών θα ζει ολομόναχος.
Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά μοναχικότητας
που αφορά όλες τις ηλικίες άνω των 20 ετών. Το 1981, το
8% των Ευρωπαίων ζούσαν χωρίς σύντροφο. Το ποσοστό αυτό
αυξήθηκε στο 11% το 1999, ενώ στη Φινλανδία και στη Γερμανία
τα ποσοστά αγγίζουν το 19%. Ο Νότος φυσικά δεν μετέχει
σε αυτήν την αναζήτηση της μοναξιάς. Στην Πορτογαλία και
στην Ισπανία, οι άνθρωποι που ζουν μόνοι τους δεν ξεπερνούν
το 4% - 5% του συνολικού πληθυσμού.
Για τις ηλικιωμένες γυναίκες, η μοναξιά μοιάζει να είναι το βαρύ τίμημα της μακροζωίας τους. Το προσδόκιμο ζωής των γυναικών το έτος 2000 ήταν τα 81 χρόνια και για τους άνδρες τα 75. Το 2020, το προσδόκιμο ζωής των γυ ναικών θα ανέλθει στα 87 χρόνια και των ανδρών στα 84.
Ακόμη και η ηλικία που σηματοδοτεί την
έναρξη ποικίλων δυσλειτουργιών στην υγεία μετατοπίζεται
πλέον για μετά το 66ο έτος της ηλικίας. Το 2000, ως πιθανή
ηλικία για να υποστεί κάποιος μια μορφή ανικανότητας εθεωρεί
το το 64ο έτος. Το 2030, αυτή η καμπή ενδεχομένως θα με
τατοπιστεί στο 70ό.
Επιπλέον, οι γυναίκες παρουσιάζουν χαμηλότερο
δείκτη θνησιμότητας. Αντίθετα, οι άνδρες στις ηλικίες
20 - 25 κινδυνεύουν τρεις φορές περισσότερο να πεθάνουν,
σε σύγκριση με τις γυναίκες. Αυτή η πιθανότητα είναι διπλάσια,
έναντι των γυναικών, στις ηλικίες μεταξύ 50 και 70. Φυσικά
η υιοθέτηση... αντρικών πρακτικών (τσιγάρο, εργασιακό
στρες, υψηλές ταχύτητες) μειώνουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα
των γυναικών. Μόνο που και εδώ οι Ελληνίδες εμφανίζονται
πιο ανθεκτικές. Ενώ η αύξηση του προσδόκιμου ζωής μεταξύ
του 1990 και του 2000 ήταν 2,5 χρόνια για τους άνδρες
και 2 χρόνια για τις γυναίκες, στην Ελλάδα, στην Ισπανία
και στο Λουξεμβούργο, η αύξηση ήταν ευνοϊκότερη για τις
γυναίκες.
Ο 20ός αιώνας χάρισε 33 χρόνια επιπλέον
ζωής στους Ευρωπαίους· η μεγαλύτερη αύξηση, κατά 25 χρόνια,
ση μειώθηκε ως τη δεκαετία του '60, ενώ τις τελευταίες
δεκαετίες «κερδίσαμε» αλλά 8,2 χρόνια. Το 1900 ο μέσος
όρος ζωής δεν ήταν μεγαλύτερος από τα 45 χρόνια. Το 1960
είχε φτάσει ήδη τα 70, στα 15 σημερινά κράτη - μέλη.
Το τίμημα της παράτασης της ζωής είναι
η γήρανση του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Γήρανση που επιβάλλεται
από το συνδυασμό της βελτίωσης των συνθηκών ζωής, της
αυξημένης υπογεννητικότητας και της μαζικής συνταξιοδότησης
των baby boomers της μεταπολεμικής γενιάς. Ήδη, οι άνω
των 65 ετών αντιστοιχούν στο 16% των 380 εκατομμυρίων
Ευρωπαίων, ενώ οι κάτω των 15 δεν ξεπερνούν το 17%. Την
επόμενη δεκαπενταετία, οι ογδοντάρηδες αναμένεται να αυξηθούν
κατά 50% ή οκτώ εκατομμύρια σε απόλυτους αριθμούς. Μεταξύ
των ετών 2010 και 2030, οι άνω των 65 ετών θα αυξηθούν
κατά 25 εκατομμύρια, ενώ την ίδια περίοδο οι πολίτες κάτω
των 50 ετών θα έχουν μείωση, η οποία θα συνεχιστεί τουλάχιστον
μέχρι τα μέσα του 2040.
Ας προετοιμαστούμε. Η γενιά των υπερηλίκων άνω των 80 ετών θα είναι οι μεγάλοι πρωταγωνιστές στην Ελλάδα την επόμενη δεκαπενταετία, αφού η μελέτη προβλέπει ότι θα αυξηθούν κατά 70%!
Ποιος (θα) προσέχει τον παππού;
Η παρουσία των παππούδων και των γιαγιάδων
μέσα στην οικογένεια είναι ευλογία. Αλλά σε ποια οικογέ
νεια; Στην οικογένεια που αποψιλώνεται; Στην οικογένεια
που επιλέγει τη λύση του γάμου; Στην οικογένεια χωρίς
παιδιά; Ποιος και πώς θα αναλάβει την αυξημένη προστασία
των ανθρώπων μεγάλης ηλικίας, όταν οι γυναίκες στις οποίες
έχει εναποτεθεί η φροντίδα μεγάλων και μικρών συμμετέχουν
όλο και πιο ενεργά στην οικονομική ζωή; Άλλωστε, όπως
υποστηρίζουν και οι ίδιοι οι συντάκτες της μελέτης, «η
γήρανση έχει μια ισχυρή διάσταση φύλου, καθώς η πλειονότητα
των ηλικιωμένων ανθρώπων που θα χρειάζονται αυξημένη φροντίδα,
είναι και θα είναι κυρίως γυναίκες».
Κι όμως, οι Ευρωπαίοι πολίτες φαίνεται
ότι αποστρέφονται κάθε τι που σχετίζεται με το θεσμό των
γηροκομείων. Σε ερωτηματολόγιο που διανεμήθηκε στα 15
κράτη - μέλη της Ε.Ε., διαπιστώνεται η ισχυρή αξία της
φροντίδας των γερόντων από την οικογένεια. Τον υψηλότερο
βαθμό υποστήριξης δίνουν οι απαντήσεις από την Ελλά δα
και στη συνέχεια οι λοιπές μεσογειακές χώρες. Συνο λικά,
οι απαντήσεις και από τα 15 κράτη οδηγούν στο συμπέρασμα
ότι η οικογένεια, αυτή η ολοένα και περισσότερο ασταθής
νησίδα, παραμένει το θεμέλιο της υποστή ριξης της τρίτης
ηλικίας.
Παραμένει; Στο επίπεδο των αντιλήψεων, όντως
η οικο γένεια αποτελεί το συνεκτικό ιστό της κοινωνίας.
Όμως, στο επίπεδο της πραγματικότητας, οι δυνάμεις της
οικονομίας και της πολιτικής κάνουν τα πάντα για το αντίθετο,
αφού η όποια συνδρομή τους παραμένει στενά ατομοκεντρική.