ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

 

ΒΙΒΛΙΟ Γ΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ

 

Ο άνθρωπος καλλιεργεί τη γη (σελ. 13)

Καθώς περνούσαν οι αιώνες, δε σταμάτησαν να γίνονται αλλαγές στη φύση. Έπεσαν άφθονες βροχές και τα χιόνια έλιωσαν. Η θερμοκρασία ανέβηκε και το κλίμα έγινε πιο γλυκό. Ο άνθρωπος γνώρισε καλύτερα τη φύση, τα ζώα, τα φυτά. Έβλεπε πως μπορούσε να ζήσει σ' έναν τόπο περισσότερο χρόνο από πριν, ίσως και για όλη του τη ζωή. Για το σκοπό αυτό διάλεγε τόπους που να έχουν νερό και να είναι προσηλιακοί.

Άρχισε σιγά - σιγά να καλλιεργεί τη γη και να σπέρνει δημητριακά. Εξημέρωσε τότε μικρά ζώα και τα κράτησε κοντά του. Λένε ότι το πρώτο ζώο που εξημέρωσε ο άνθρωπος ήταν ο σκύλος. Η ζωή του ανθρώπου άλλαξε σημαντικά Κατοικούσε πια μόνιμα ο ίδιος σ' έναν τόπο και τον αγάπησε πολύ. Είχε αποχτήσει πατρίδα.

 

Η Χοιροκοιτία (σελ. 17)

Η Χοιροκοιτία ήταν χτισμένη πάνω σε λόφο, δίπλα σ' ένα ποτάμι, στις νότιες ακτές της Κύπρου. Είχε περίπου πέντε χιλιάδες κατοίκους. Τα σπίτια είχαν τοίχους μ πέτρινη βάση και πλίθες. Ένας κεντρικός λιθόστρωτος δρόμος διέσχιζε τον οικισμό. Τα σπίτια φαίνεται πως είχαν πατάρι ή «ημιώροφο», όπου ανέβαιναν με σκάλα. Η Χοιροκοιτία δεν είχε τείχη.

 

Μικρά πέτρινα σπίτια (σελ. 19)

Οι οικισμός στο Διμήνι είναι περιζωσμένος με τριπλά τείχη. Οι μόνοι κάτοικοι της ακρόπολης αυτής ήταν λίγοι. Όταν όμως γινόταν εχθρική επιδρομή, έβρισκαν εκεί καταφύγιο ανάμεσα στα τείχη και εκείνοι που έμεναν στην εξοχή, γεωργοί και βοσκοί. Σιγά σιγά αυξήθηκε ο πληθυσμός και με τον τρόπο αυτό υπεράσπιζαν τον οικισμό πολύ περισσότεροι. Τα τείχη είναι χτισμένα με μικρές πέτρες, ενωμένες με λάσπη. Το ίδιο είναι χτισμένα και τα σπίτια. Κουφώματα από σανίδια δεν υπήρχαν.

Στο Σέσκλο οι τοίχοι ήταν καμιά φορά αλειμμένοι με λάσπη. Βρέθηκαν ακόμα εκεί κομμάτια από λάσπη ανακατωμένη με άχυρο. Στις πόρτες τα κατώφλια ήταν από μικρά χτισμένα λιθάρια. Τα δάπεδα των δωματίων ήταν κάπου κάπου λιθόστρωτα. Συνήθως όμως ήταν από χώμα, που το έβρεχαν και ύστερα το χτυπούσαν δυνατά με έναν κόπανο.

 

Από παλιά οι άνθρωποι προσεύχονται (σελ. 30)

Μπορείς να συναντήσεις πόλεις χωρίς τείχη, χωρίς σχολεία, χωρίς βασιλιά, χωρίς σπίτια, φτωχές ή πλούσιες, πόλεις που δεν γνωρίζουν από θέατρα και γυμναστήρια? αλλά δεν υπάρχει κανείς που να έχει δει πόλη χωρίς ναούς και άθεη. Παντού οι άνθρωποι προσεύχονται, ορκίζονται, θυσιάζουν «για το καλό»ή «για να διώξουν το κακό».

Πλουτάρχου Ηθικά

 

Η ζωή στα χρόνια του Μίνωα (σελ. 42)

Στην ζωή ο βασιλιάς είχε μεγάλη δύναμη. Ήταν πολύ πλούσιος, αφού πολλά από τα εμπορεύματα που εξάγονταν και εισάγονταν ήταν δικά του. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε τους Κρήτες να έχουν ιδιωτικά εργαστήρια, να καλλιεργούν τη γη για τον εαυτό τους, να ασχολούνται με το εμπόριο, να είναι ναυτικοί.

Οι γυναίκες στην κοινωνία της μινωικής Κρήτης είχαν τα ίδια περίπου δικαιώματα και ελευθερίες με τους άντρες. Έπαιρναν μέρος σ' όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, στις γιορτές, τα αγωνίσματα, το κυνήγι. Όπως και οι σημερινές γυναίκες, χτένιζαν με φροντίδα τα μαλλιά τους, βάφονταν, φορούσαν φανταχτερά φορέματα και όμορφα στολίδια.

Όλος ο λαός έπαιρνε μέρος στις δημόσιες γιορτές, που περιλάμβαναν χορούς, διασκεδάσεις και αγώνες.

 

Το σχολείο στο παλάτι της Κνωσού (σελ. 60)

Το παλάτι και το σχολειό του· μια κάμαρα βορειοανατολικά του παλατιού με πέτρινους πάγκους τριγύρω. Στο βάθος υψωνόταν η έδρα του δασκάλου και μπροστά της, χαμηλότερα, μια άλλη έδρα. Στη χαμηλότερη τούτη έδρα ανέβαινε ο μαθητής, κρατούσε μαλακό πηλό κι απάνω του μάθαινε να χαράζει τα παράξενα σημάδια της κρητικής γραφής. Αν έκανε λάθος, τα ΄σβηνε μαλάζοντας τον πηλό και χάραζε άλλα.

 

Ο μύθος της Ευρώπης (σελ. 136-137)

Στα παλιά χρόνια ο Αγήνορας, γιος του Ποσειδώνα βασίλευε στην ξακουστή Σιδώνα. Ο Αγήνορας είχε μια κόρη, την Ευρώπη. Αυτή ήταν τόσο όμορφη, ώστε ακόμη κι αυτή η θεά Αφροδίτη ζήλευε την ομορφιά της.

Μια νύχτα είδε στον ύπνο της πως δυο γυναίκες, η Ανατολή και η Δύση, πάλευαν μεταξύ τους για χάρη της. Σύμφωνα με το όνειρο, η Ευρώπη έπρεπε να εγκαταλείψει την Ανατολή και τους δικούς της και να εγκατασταθεί στη Δύση. Ξύπνησε τρομαγμένη και άρχισε να παρακαλεί τους θεούς και ιδιαίτερα το Δία να μη βγει αληθινό το όνειρο. Αυτός όμως είχε διαφορετικά σχέδια για κείνη, επειδή την είχε ερωτευθεί και την ήθελε κοντά του στην Ελλάδα.

Μιαν ανοιξιάτικη μέρα η Ευρώπη μάζευε λουλούδια με τις φίλες της στους ανθισμένους κάμπους, όπου έβοσκαν τα κοπάδια του βασιλιά Αγήνορα. Κάποια στιγμή ένας άσπρος ταύρος πλησίασε την Ευρώπη κι εκείνη εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά του. Άπλωσε το χέρι της, τον χάιδεψε και σε λίγο, παίρνοντας θάρρος, ανέβηκε στη ράχη του. Ο ταύρος ως τη στιγμή εκείνη στεκόταν ήρεμος. Ξαφνικά άρχισε να καλπάζει. Όρμησε στη θάλασσα κι άρχισε να πετά πάνω από τα κύματα που ο Ποσειδώνας είχε ηρεμήσει με την τρίαινά του. Ο ταύρος αυτός δεν ήταν άλλος από τον ίδιο το Δία που μεταμορφώθηκε έτσι, για να ξεγελάσει και να απαγάγει την Ευρώπη.

Προορισμός του ταξιδιού τους ήταν η Κρήτη. Εκεί ο Δίας έβαλε τον Τάλω, ένα φοβερό γίγαντα, να φυλάει την Ευρώπη για να μη φύγει ποτέ από το νησί. Από τότε η Κρήτη με την Ελλάδα και μ΄ όλη τη στεριά μέχρι τη θάλασσα πήρε το όνομα της πανέμορφης κόρης κι ονομάστηκε Ευρώπη.

Έτσι αυτός ο ελληνικός μύθος έδωσε το όνομα στην ήπειρο που βρίσκεται η χώρα μας.

 

Το ταξίδι του Δία και της Ευρώπης (σελ. 139)

Η πορεία της Ευρώπης προς τη Δύση υπήρξε θριαμβευτική. Η Ευρώπη πάνω στον ταύρο προπορευόταν. Ο άνεμος ανακάτευε τα πλούσια, μακριά μαλλιά της. Το κατακόκκινο φόρεμά της ανέμιζε. Ακολουθούσε το άρμα του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης, που το έσερναν τέσσερα θαλάσσια άλογα Ορθός πάνω στο άρμα του ο Ποσειδώνας γαλήνευε με την τρίαινά του τη θάλασσα. Πίσω από το ολόχρυσο άρμα του θεού ακολουθούσαν οι Νηρηίδες, νύμφες της θάλασσας, μαζί με τα δελφίνια που έπαιζαν χαρούμενα. Από πάνω τους πετούσαν θαλασσοπούλια τιτιβίζοντας. Κοντά στην Ευρώπη βρισκόταν ο Τρίτωνας, γιος του Ποσειδώνα. Αυτός σάλπιζε θριαμβευτικά τον ερχομό της Ευρώπης στη Δύση, φυσώντας μέσα από ένα μεγάλο κάτασπρο κοχύλι.

Έτσι έφτασε η Ευρώπη στη Δύση, αφήνοντας για πάντα πίσω της την Ανατολή.

 

Ο Ορφέας και η Ευρυδίκη (σελ. 212-213)

Ο Ορφέας ήταν περίφημος μουσικός από τη Θράκη. Όταν τραγουδούσε ο Ορφέας, ηρεμούσε με τη γλυκιά φωνή και τον ήχο της λύρας του όλη τη φύση. Τα άγρια ζώα ημέρευαν, τα κύματα της τρικυμισμένης θάλασσας ησύχαζαν. Ακόμη και τα τέρατα, όπως ο δράκοντας που φύλαγε το χρυσόμαλλο δέρας, ηρεμούσαν ακούγοντας τη μουσική του Ορφέα. Ο Ορφέας ήταν παντρεμένος με την όμορφη Ευρυδίκη, που την αγαπούσε πολύ. Κάποτε όμως η Ευρυδίκη πέθανε από δάγκωμα φιδιού. Ο Ορφέας ήταν απαρηγόρητος. Αποφάσισε να κάνει κάτι ακατόρθωτο: να κατέβει ζωντανός στον Κάτω κόσμο και να τη φέρει πίσω. Πραγματικά, όταν ακούστηκε στο βασίλειο του Πλούτωνα η μουσική της λύρας του Ορφέα, όλοι μαγεύτηκαν. Οι ψυχές των πεθαμένων μαζεύτηκαν γύρω του και δάκρυζαν συγκινημένες. Ακόμη και ο τρομερός Κέρβερος μαγεύτηκε.

Ο θεός του Κάτω κόσμου αποφάσισε να αφήσει την Ευρυδίκη να γυρίσει στον άντρα της,. Του έβαλε όμως όρο να μην την δει, προτού φτάσουν στον κόσμο των ζωντανών. Ξεκίνησε τότε το ζευγάρι για τον Επάνω κόσμο. Πήγαινε μπροστά ο Ορφέας και τον ακολουθούσε η Ευρυδίκη. Μα λίγο πριν από το τέλος του ταξιδιού τους, ο Ορφέας δεν άντεξε και γύρισε να κοιτάξει την αγαπημένη του γυναίκα. Τότε εκείνη χάθηκε για πάντα ανάμεσα στις σκιές των νεκρών και ο Ορφέας γύρισε μόνος και απελπισμένος στην πατρίδα του.

 

ΒΙΒΛΙΟ Δ΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ

 

Η ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ (σελ.15)

Οι Έλληνες την εποχή εκείνη είχαν πολλά κράτη. Αρχηγός του κράτους ήταν ο βασιλιάς, για τον οποίο πίστευαν ότι καταγόταν από κάποιον θεό ή ήρωα. Οι άνθρωποι ήθελαν το βασιλιά τους ρωμαλέο, όμορφο κι ακόμα έξυπνο και σοφό.

Ο βασιλιάς κυβερνούσε το κράτος έχοντας κοντά του ένα σύμβουλο από ευγενείς , συνήθως γέροντες, οι οποίοι του έλεγαν τη γνώμη τους ή τον συμβούλευαν. Κάπου κάπου καλούσε το λαό σε αγορά (συνέλευση) για να ανακοινώσει τις αποφάσεις του.

Πολλές φορές ο βασιλιάς εργαζόταν και στα χωράφια του ή έφτιαχνε χρήσιμα πράγματα για το παλάτι. Η βασίλισσα έμενε μέσα στο παλάτι, κεντούσε ή ύφαινε και επέβλεπε τις υπηρέτριες που έκαναν διάφορες εργασίες.

Το λαό αποτελούσαν αγρότες, τεχνίτες, κήρυκες, μάντεις, βοσκοί. Κάθε οικογένεια φρόντιζε να παράγει ή να φτιάχνει ό,τι της χρειαζόταν, γιατί στο εμπόριο λίγα πράγματα μπορούσε να βρει κάποιος.

 

ΤΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (σελ. 25)

Όπως είδαμε, οι Έλληνες ήταν χωρισμένοι σε πολλά μικρά κράτη. Τα περισσότερα από αυτά ήταν περιοχές με μικρούς οικισμούς γύρω από μια πόλη. Η πόλη ήταν το κέντρο του κράτους και του έδινε το όνομά της. Τα κράτη αυτά τα ονομάζουμε πόλεις–κράτη.

Κάθε πόλη-κράτος ήταν ανεξάρτητη και είχε δικούς της νόμους και πολίτευμα. Το πολίτευμα όμως άλλαζε, καθώς άλλαζαν και οι συνθήκες της ζωής σε κάθε κράτος.

Στην αρχή το κράτος το κυβερνούσε ο βασιλιάς με ένα συμβούλιο από ευγενείς, που ήταν μεγαλοκτηματίες. Αυτοί αργότερα πήραν όλη τη δύναμη στα χέρια τους, κατάργησαν το βασιλιά και κυβέρνησαν μόνοι τους. Το πολίτευμα αυτό ονομάστηκε αριστοκρατικό, γιατί τους ευγενείς τους έλεγαν και άριστους.

Κατόπιν με το εμπόριο, τη ναυτιλία και τη βιοτεχνία πλούτισαν και άλλοι άνθρωποι και απόκτησαν μεγαλύτερη δύναμη από τους ευγενείς. Άρχισαν λοιπόν να παίρνουν εκείνοι την εξουσία. Το πολίτευμα αυτό ονομάστηκε ολιγαρχικό, γιατί οι πλούσιοι ήταν (ο)λίγοι.

Σε μερικές περιπτώσεις κάποιοι φιλόδοξοι κατόρθωσαν να εκμεταλλευτούν τις φιλονικίες ανάμεσα στις διάφορες πολιτικές παρατάξεις και να πάρουν με τη βία την εξουσία. Οι άρχοντες αυτοί ονομάστηκαν τύραννοι . Οι τύραννοι διοικούσαν αυθαίρετα και έκαναν πολλές αδικίες. Γι' αυτό ο λαός τους μίσησε και τους κατάργησε. Έτσι, η λέξη «τύραννος», που αρχικά σήμαινε άρχοντας, απόκτησε την κακή σημασία που έχει και σήμερα.

Μετά την κατάργηση των τυράννων σε μερικές πόλεις-κράτη το πολίτευμα ξαναγινόταν ολιγαρχικό. Σε άλλες όμως, έγινε δημοκρατία , δηλαδή είχαν πια όλοι οι πολίτες το δικαίωμα να συμμετέχουν στη διακυβέρνηση του κράτους.

 

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Κοινοί δεσμοί (σελ. 27)

Οι Έλληνες παρέμειναν σ' όλη την αρχαιότητα χωρισμένοι σε μικρά ανεξάρτητα κράτη. Όμως είχαν πολλούς δεσμούς, που τους ένωναν μεταξύ τους ονομάζονταν Έλληνες, μιλούσαν την ίδια γλώσσα και πίστευαν στους ίδιους θεούς.

Σε μεγάλες θρησκευτικές γιορτές γίνονταν πανελλήνιοι αγώνες , όπου έπαιρναν μέρος Έλληνες από όλα τα μέρη. Σπουδαιότεροι αγώνες ήταν οι Ολυμπιακοί, που γινόταν στην Ολυμπία κάθε τέσσερα χρόνια προς τιμήν του Δία. Όσο διαρκούσαν οι Ολυμπιακοί αγώνες σταματούσαν οι πόλεμοι ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις. Τους ολυμπιονίκες τους τιμούσαν πολύ και οι πατρίδες τους καυχιόταν γι' αυτούς.

Οι Έλληνες είχαν και θρησκευτικά κέντρα, κοινό για όλους, τα μαντεία Από τα μαντεία ζητούσαν συμβουλές για σοβαρές υποθέσεις τους. Τα πιο σπουδαία μαντεία ήταν των Δελφών στη Φωκίδα και της Δωδώνης στην Ήπειρο.

Τα κράτη που ήταν κοντά στα μαντεία είχαν δημιουργήσει ενώσεις, που φρόντιζαν για το μαντείο της περιοχής τους. Αυτές οι ενώσεις ονομάζονταν αμφικτιονίες. Τα μέλη μιας αμφικτιονίας προσπαθούσαν να λύνουν ειρηνικά τις διαφορές που είχαν μεταξύ τους. Η κυριότερη από τις αμφικτιονίες ήταν η αμφικτιονία του μαντείου των Δελφών.

 

Η ΑΘΗΝΑ, Η ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Το παλιό πολίτευμα της Αθήνας (σελ40)

Σύμφωνα με την παράδοση, η Αθήνα ιδρύθηκε, όταν ο βασιλιάς της Θησέας ένωσε σε ένα κράτος τους οικισμούς της Αττικής. Τελευταίος βασιλιάς των Αθηναίων ήταν ο Κόδρος, που θυσίασε τη ζωή του για να σωθεί η πατρίδα του. Ύστερα, πήραν την εξουσία οι ευγενείς, δηλαδή οι πλούσιοι γαιοκτήμονες. Αυτοί διοικούσαν την Αθήνα με το συμβούλιό τους, τον Άρειο Πάγο. Από αυτούς εκλέγονταν και οι κυβερνήτες της Αθήνας, οι 9 άρχοντες. Υπάρχει βέβαια και η εκκλησία του δήμου, δηλαδή η συγκέντρωση του λαού, αλλά δεν είχε τότε καμιά δύναμη.

Μετά τον αποικισμό αρκετοί πολίτες πλούτισαν από το εμπόριο και τη ναυτιλία και θέλησαν να συμμετέχουν στη διακυβέρνηση του κράτους.

Ο πολύς λαός όμως είχε μεγάλη φτώχεια. Ζητούσε να ξαναμοιραστεί η γη και να γραφτούν νόμοι, για να βρίσκουν και οι απλοί άνθρωποι το δίκιο τους. Και, επειδή εκείνοι που κυβερνούσαν δεν ήθελαν να μοιραστούν την εξουσία, ξέσπασαν ταραχές.

Τις ταραχές αυτές προσπάθησε να εκμεταλλευτεί φιλόδοξος Κύλωνας για να γίνει τύραννος, αλλά απέτυχε. Τότε, οι ευγενείς ανέθεσαν στο Δράκοντα να γράψει νόμους, για να ικανοποιηθεί αυτή η απαίτηση του λαού. Όμως, οι νόμοι του Δράκοντα ήταν υπερβολικά αυστηροί και απογοήτευσαν τους Αθηναίους.

 

Δρακόντειοι νόμοι (σελ. 41)

Οι νόμοι του Δράκοντα ήταν πολύ αυστηροί. Κάθε ένοχος τιμωρούνταν με θάνατο. Με θάνατο ο οκνηρός, με θάνατο κι ο κλέφτης λαχανικών ή φρούτων, το ίδιο κι ο φονιάς. Γι' αυτός ένας ρήτορας αργότερα είπε ότι οι νόμοι του Δράκοντα γράφτηκαν με αίμα. Λένε πως ο Δράκοντας, όταν τον ρωτούσαν γιατί έβαζε την ποινή του θανάτου τόσο συχνά έλεγε: Για τα μικρά αδικήματα αυτή η ποινή χρειάζεται, για τα μεγάλα δεν υπάρχει μεγαλύτερη!


ΒΙΒΛΙΟ Ε΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ

 

Ο χριστιανισμός γίνεται επίσημη θρησκεία (σελ. 40-41)

Ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας, έβαλε τις βάσεις για την επικράτηση του χριστιανισμού. Λίγα χρόνια αργότερα ο ανεψιός του Ιουλιανός επιχείρησε να σταματήσει την εξάπλωσή του και να επαναφέρει την αρχαία ελληνική θρησκεία.

Ο Ιουλιανός είχε σπουδάσει φιλοσοφία στην Αθήνα και θαύμαζε τον ελληνικό πολιτισμό. Με ην άνοδό του στο θρόνο, άνοιξε τους αρχαίους ναούς και θέλησε να ξαναζωντανέψει την αρχαία θρησκεία. Οι προσπάθειές του όμως αυτές δε βρήκαν ανταπόκριση στο λαό. Ο ίδιος δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο του, γιατί σκοτώθηκε πολεμώντας τους Πέρσες.

Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος, που κι αυτός έμεινε στην ιστορία με το επίθετο μέγας, επέβαλε το χριστιανισμό ως επίσημη και μοναδική θρησκεία του κράτους. Έκλεισε τους αρχαίους ναούς και απαγόρευσε τις θυσίες. Κατάργησε τους Ολυμπιακούς αγώνες και σταμάτησε τη λειτουργία του Μαντείου των Δελφών. Έδωσε πολλά προνόμια στους χριστιανούς και μόνο αυτούς διόριζε σε δημόσιες θέσεις. Απομάκρυνε από τους δημόσιους χώρους τα αγάλματα και τα έργα τέχνης, που θύμιζαν την αρχαία θρησκεία.

Τα σκληρά αυτά μέτρα δημιούργησαν αντιθέσεις και μίσος ανάμεσα στους πιστούς της παλιάς και της νέας θρησκείας.

… Φανατικοί χριστιανοί μπήκαν τότε

στις μεγαλουπόλεις, για να επιτεθούν

κατά των αρχαίων ναών

«ξύλα φέροντες και λίθους»,

γράφει ο Λιβάνιος

Αρχαίοι ναοί γκρεμίστηκαν, έργα τέχνης καταστράφηκαν, βιβλία των αρχαίων κάηκαν. Θύμα αυτού του φανατισμού ήταν και το άγαλμα του Δία, έργο του Φειδία, ένα από τα εφτά θαύματα του κόσμου.

Ο χριστιανισμός, όμως, πέρα από τις ενέργειες αυτές του Θεοδοσίου και τις πράξεις φανατισμού, που είδαμε παραπάνω, επιβλήθηκε, κυρίως με τη διδασκαλία του, σύμφωνα με την οποία όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στο Θεό. Και ακόμη με το κοινωνικό έργο των πατέρων της Εκκλησίας, ιδιαίτερα του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου Ναζιανζηνού και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Για τη διάδοση του χριστιανισμού χρησιμοποιήθηκε η ελληνική γλώσσα, που τη γνώριζε όλος ο τότε γνωστός κόσμος.

 

Λόγια των Πατέρων της Εκκλησίας (σελ. 42)

« Ας ζηλέψουμε την πρώτη εκκλησία των Χριστιανών, όπου η αγάπη, η αδελφοσύνη, η ομοφωνία ένωνε τους ανθρώπους και τους οδηγούσε στην ομόνοια ».

Μέγας Βασίλειος

« Ελεύθερος άνθρωπος είναι μόνο εκείνος που είναι απαλλαγμένος από τα πάθη … Δεν αγαπά το Θεό όποιος αγαπά το χρυσάφι … Ως πότε θα 'ναι παντοδύναμο το χρυσάφι, το αγκίστρι του θανάτου; Ως πότε θα κυβερνάει ο πλούτος, η αιτία του πολέμου, για τον οποίο κατασκευάζονται τα όπλα ;».

Ιωάννης ο Χρυσόστομος

 

Οι δήμοι (σελ. 53)

Στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν τέσσερις δήμοι: Οι Πράσινοι, οι Βένετοι (Γαλάζιοι), οι Λευκοί και οι Ρούσσιοι (Κόκκινοι). Κάθε δήμος είχε το δικό του έμβλημα και το δικό του χρώμα.

Οι δήμοι σε περίοδο ειρήνης φρόντιζαν τους δημόσιους κήπους, συντηρούσαν τα τείχη, έπαιρναν προληπτικά μέτρα για τις πυρκαγιές και υπεράσπιζαν την Πόλη.

Όταν ο αυτοκράτορας Ηράκλειος κίνησε εναντίον των Περσών, οι δήμοι φύλαγαν τα μακρά τείχη, κατά διαταγή του.

Θεοφάνους, Χρονογραφία

 

Τα σχολεία, οι γιορτές και η φροντίδα των φτωχών (σελ. 61)

Οι Βυζαντινοί έστελναν τα αγόρια σε σχολεία. Τα σχολεία λειτουργούσαν κυρίως στους ναούς και στα μοναστήρια. Οι περισσότεροι δάσκαλοι ήταν ιερείς ή μορφωμένοι μοναχοί.

Στις πρώτες τάξεις τα παιδιά μάθαιναν ανάγνωση, γραφή και αριθμητική. Σπουδαία θέση στο πρόγραμμα είχε η μουσική. Στις πιο μεγάλες τάξεις τα παιδιά μάθαιναν απ' έξω τα ποιήματα του Ομήρου και κείμενα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.

Τα απαραίτητα σύνεργα του μαθητή ήταν η πλάκα, το κοντύλι, η πένα από φτερό χήνας και το χαρτί από πάπυρο. Τα παιδιά δεν είχαν βιβλία και όλα τα έγραφαν με το χέρι. Οι μαθητές πρόσεχαν στο μάθημα, για να συγκρατήσουν ό,τι έλεγε ο δάσκαλος. Οι άτακτοι και οι αμελείς μαθητές τιμωρούνταν αυστηρά. Οι Βυζαντινοί έλεγαν: Όποιος δε δαρθεί δε μαθαίνει.

Τα παιδιά στο σχολείο χαίρονταν να ψάλλουν και να παίζουν. Στις αυλές ή στις αλάνες της γειτονιάς κυλούσαν στεφάνια και καροτσάκια, έχτιζαν κάστρα ή σπιτάκια και έπαιζαν κρυφτό και κυνηγητό. Στα κορίτσια άρεσε να παίζουν με κούκλες στο σπίτι.

Κάθε συνοικία είχε την εκκλησία της. Εκεί πήγαιναν οι Βυζαντινοί τις Κυριακές και τις άλλες γιορτές. Με ξεχωριστή λαμπρότητα τα γιόρταζαν τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, τα Θεοφάνια και το Πάσχα.

Στις 11 Μαΐου οι Βυζαντινοί γιόρταζαν τα εγκαίνια της Πόλης. Εκείνη τη μέρα οι υπηρέτες του παλατιού μοίραζαν στους φτωχούς τρόφιμα, γλυκίσματα και χρήματα. Στον ιππόδρομο γελωτοποιοί, μίμοι, ακροβάτες και μουσικοί διασκέδαζαν τον κόσμο.

Η ζωή στις πόλεις ήταν σκληρή. Πολλοί άνθρωποι υπέφεραν από φτώχια και αρρώστιες. Για την ανακούφισή τους χτίστηκαν νοσοκομεία, γηροκομεία, φτωχοκομεία και βρεφοκομεία, που λειτουργούσαν με τη φροντίδα της εκκλησίας και με την ενίσχυση του κράτους.

 

(σελ. 63) Γιατί το λέμε έτσι:

•  Όταν τελείωναν τα παιδιά την καλλιγραφία τους, έδιναν στο δάσκαλο την πλάκα, για να τη διορθώσει. Μετά τη διόρθωση ο δάσκαλος ζητούσε από τα παιδιά να την ξαναγράψουν. Επειδή πολλές φορές δεν είχαν σφουγγάρι, έσβηναν την πλάκα με τα δάχτυλα, αφού προηγουμένως τα έφτυναν. Από τότε επικράτησε η φράση: Φτου κι απ' την αρχή

•  Τα παιδιά μάθαιναν να δείχνουν και να λένε απ' έξω την αλφαβήτα. Οι δάσκαλοι, για να πεισθούν πως τα παιδιά την ξέρουν καλά, τους έδειχναν τα γράμματα ανακατωμένα. Από τότε επικράτησε να λέμε γι' αυτόν που γνωρίζει κάτι καλά ότι το ξέρει απ' έξω κι ανακατωτά.

Φαίδωνα Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός

 

Η εκπαίδευση στα βυζαντινά χρόνια (σελ. 218)

Οι Βυζαντινοί έδιναν μεγάλη σημασία στη μόρφωση των παιδιών τους. Πλούσιοι και φτωχοί έστελναν τα παιδιά τους στα σχολεία, που είχαν ιδρύσει η πολιτεία και η εκκλησία.

Στο Βυζάντιο υπήρχαν, όπως και σήμερα, τρεις βαθμίδες εκπαιδεύσεως.

Τα πρώτα γράμματα τα παιδιά τα μάθαιναν στο δημοτικό, το σχολείο των ιερών γραμμάτων, όπως το ονόμαζαν. Οι μαθητές πήγαιναν σ' αυτό σε ηλικία 5 χρονών και η φοίτηση διαρκούσε τρία χρόνια. Εκεί μάθαιναν ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, ωδική και θρησκευτικά. Στο βυζαντινό σχολείο επικρατούσε ένα θρησκευτικό πνεύμα. Για αναγνωστικά χρησιμοποιούσαν το Ψαλτήρι, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.

Στο δεύτερο σχολείο, τη σχολή του γραμματιστή , που ήταν αντίστοιχο με τις ανώτερες τάξεις του σημερινού δημοτικού και τις πρώτες του γυμνασίου, φοιτούσαν μόνο αγόρια. Η φοίτηση εδώ διαρκούσε τέσσερα χρόνια και διδάσκονταν γραμματική, ορθογραφία, ιστορία, μυθολογία, φιλοσοφία, ρητορική, μαθηματικά, γεωγραφία και αστρονομία. Διάβαζαν Όμηρο και άλλους αρχαίους συγγραφείς, ακόμη και κωμωδίες του Αριστοφάνη. Στο σχολείο του γραμματιστή δε γινόταν διδασκαλία θρησκευτικών μαθημάτων. Τα θρησκευτικά διδάσκοντανστα σχολεία των μοναστριών ή στις ιερατικές σχολές που προετοίμαζαν τους κληρικούς.

Υπήρχαν ακόμη και σχολεία – επαγγελματικές σχολές θα τις λέγαμε σήμερα – που προετοίμαζαν τα παιδιά για διάφορα επαγγέλματα, όπως του ψάλτη, του καλλιγράφου, του συμβολαιογράφου κτλ.

Η μόρφωση στο Βυζάντιο ολοκληρωνόταν στα πανεπιστήμια , που προετοίμαζαν τους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς και στην Πατριαρχική σχολή, που ήταν ανώτερη θεολογική σχολή και προετοίμαζε άτομα για τα αξιώματα της εκκλησίας.

Στις ανώτερες σχολές δίδαξαν και διακρίθηκαν σημαντικοί δάσκαλοι, όπως ο Φώτιος, ο Λέων ο Μαθηματικός και στα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο Γεώργιος Γεμιστός (Πλήθων), ο Βησσαρίων κ.ά. Πολλοί απ' αυτούς, μετά την άλωση, πήγαν και δίδαξαν σε πανεπιστήμια της δυτικής Ευρώπης. Εκεί μετέφεραν τις γνώσεις τους και το πνεύμα του ανθρωπισμού από το Βυζάντιο. Αυτή ήταν η αρχή για μια νέα άνθηση του πολιτισμού, της Αναγέννησης, όπως ονομάστηκε.

 

Τα σχολεία και τα σχολικά είδη (σελ. 220)

Για αίθουσες διδασκαλίας στα βυζαντινά χρόνια χρησιμοποιούσαν δωμάτια και μερικές φορές τους νάρθηκες των εκκλησιών. Στην αίθουσα υπήρχε η έδρα του δασκάλου και καθίσματα για τους μαθητές, που λέγονταν σκίμποδες. Αν δεν υπήρχαν καθίσματα, οι μαθητές έστρωναν διφθέρες, δηλ. δέρματα ζώων, και κάθονταν στο έδαφος.

Όταν τα παιδιά πήγαιναν σχολείο, έφερναν μαζί τους το μάρσιπο, σακούλι φτιαγμένο από δέρμα. Μέσα σ' αυτό έβαζαν τα βιβλία, το χάρακα, για να τραβάνε ευθείες γραμμές και την ξύλινη πλάκα, που ήταν αλειμμένη με κερί, για να γράφουν.

Είχαν ακόμη μικρά πετραδάκια, για να μετρούν και ένα είδος κασετίνας, για να βάζουν τα κοντύλια που ήταν φτιαγμένα από καλάμι. Γι' αυτό και η κασετίνα αυτή λεγόταν καλαμάρι. Καλαμάρι ονομάζονταν επίσης και το μελανοδοχείο. Το θαλασσινό καλαμάρι πήρε την ονομασία του, επειδή έμοιαζε με τα παλιά αυτά μελανοδοχεία.


ΒΙΒΛΙΟ ΣΤ΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ

 

Από τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου της Γαλλικής επανάστασης (1789) (σελ. 17)

Οι άνθρωποι γεννιούνται και παραμένουν ελεύθεροι.

Ο νόμος πρέπει να είναι ίδιος για όλους τους πολίτες.

Κάθε άνθρωπος υποτίθεται ότι είναι αθώος, έως ότου αποδειχθεί ένοχος.

Κανένας δεν πρέπει να διώκεται γι' αυτά που πιστεύει.

Κάθε πολίτης μπορεί να μιλάει, να γράφει, να δημοσιεύει ελεύθερα, αρκεί να μη φτάνει στην κατάχρηση αυτής της ελευθερίας.

Η κοινωνία έχει δικαίωμα να ζητήσει ευθύνες από κάθε δημόσιο υπάλληλο.

Κάθε κοινωνία που δεν εξασφαλίζει τα δικαιώματα των πολιτών δεν είναι οργανωμένη.

Η ιδιοκτησία είναι απαραβίαστο και ιερό δικαίωμα.

 

Οι κοινότητες, μια μορφή αυτοδιοίκησης (σελ. 47)

Οι Έλληνες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας είχαν μια μορφή κοινοτικής αυτοδιοίκησης. Αυτή η κοινωνική διοίκηση, με κάποιες διαφορές, υπήρχε από τα αρχαία και τα βυζαντινά χρόνια. Οι Τούρκοι την προσάρμοσαν στις ανάγκες της δικής τους διοίκησης και πέτυχαν να ελέγχουν καλύτερα τους ραγιάδες και να εισπράττουν τους φόρους χωρίς έξοδα και φροντίδες.

Οι κοινοτικοί άρχοντες, γνωστοί με πολλά ονόματα, όπως κοτζαμπάσηδες , δημογέροντες, πρόκριτοι, προεστοί κ.ά. προέρχονταν κυρίως από εύπορες οικογένειες. Εκλέγοντας συνήθως για ένα χρόνο από τη συνέλευση του λαού (μάζωξη), που γινόταν στον αυλόγυρο της εκκλησίας. Την εκλογή όμως έπρεπε να την εγκρίνουν οι Τούρκοι. Αυτό δείχνει ότι οι κοινοτικοί άρχοντες έπρεπε να είναι αρεστοί στον Τούρκο αφέντη.

Οι δημογέροντες εκπροσωπούσαν τους Έλληνες κι ήταν υπεύθυνοι για να τηρούν την τάξη, όσες φορές η κρατική εξουσία δεν ήταν σε θέση να τη διατηρήσει. Κύριο έργο τους ήταν να συντάσσουν τους φορολογικούς καταλόγους ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες κάθε οικογένειας και να εισπράττουν φόρους. Το κράτος καθόριζε το ποσό που θα πλήρωνε κάθε κοινότητα κι αν κάποιοι δεν είχαν να πληρώσουν το ποσό, το πλήρωναν οι υπόλοιποι. Πολλές φορές μάλιστα γι' αυτούς που δεν είχαν, πλήρωναν οι άλλοι.

Οι δημογέροντες δίκαζαν κιόλας κτηματικές και άλλες διαφορές ανάμεσα στους κατοίκους της κοινότητας κι έβγαζαν τις αποφάσεις τους με βάση τα έθιμα (πατροπαράδοτες συνήθειες). Οι Έλληνες είχαν πιο πολύ εμπιστοσύνη σ' αυτά τα δικαστήρια παρά στα τουρκικά.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον έδειχνε η κοινότητα για την παιδεία. Πολλά σχολεία ιδρύθηκαν και λειτούργησαν τότε με δαπάνες των κοινοτήτων.

Μερικές κοινότητες, εξαιτίας της θέσης τους, της παραγωγής που είχαν ή για άλλους λόγους, κατάφεραν να πετύχουν από το σουλτάνο το λεγόμενο « κοινοτικό προνόμιο ». Στην περίπτωση αυτή πλήρωναν λιγότερους φόρους και γλίτωναν από ποικίλες καταπιέσεις. Το προνόμιο αυτό βοήθησε κάποιες περιοχές (Μέτσοβο, Ζαγόρι, Κυκλάδες, Χίος κ.ά.) να γνωρίσουν μεγάλη ανάπτυξη.

 

Πώς διοικούνταν οι κοινότητες (σελ. 51)

Ο λαός εφρόντιζε δια τα κοινά, και δια την εκκλησίαν. Ο λαός μόνος εδιόριζεν ένα πρωτόγερον (κλητήρα) δια τα θελήματα του κοινού και δια να εκφωνεί το βράδυ οποιανδήποτε αγγαρείαν, είτε χάριν του κοινού, είτε χάριν της εξουσίας. Εφώναζε: «Ακούτέ το! αύριον μη τολμήσει κανένας να πάει εις άλλην δουλειάν του, διότι θα κάμομεν τούτο και τούτο». Και όστις δεν άκουεν εβλάπτετο, διότι οι άλλοι του εχάλαγαν το σπίτι, και αν ανεφέρετο εις την εξουσίαν, αυτή δεν έδιδε καμίαν προσοχήν, μάλιστα δε ετιμωρείτο και ως παρήκοος.

Είχαν συνήθειαν όλοι οι κάτοικοι των χωρίων και μικρών κωμοπόλεων να βλέπονται μετά το τέλος της θείας λειτουργίας· έβγαιναν από την εκκλησίαν και έμεναν εις το προαύλιον, και εκεί ομιλούσαν αναμεταξύ των, και να τυχόν οι νοημονέστεροι εγνώριζαν κανένα νέον εξωτερικόν, ή πόλεμον των Φράγκων κατά των Τούρκων, το έλεγαν.

Οσάκις ο δυνάστης ήθελε να αδικήσει μίαν κωμόπολιν ή οικογένειαν, έστελλε κατευθείαν άνθρωπον της εξουσίας και απαιτούσεν ό,τι ήθελε , οι δε κάτοικοι ως είπαμεν, δια των γερόντων του κοινού ανελόγιζαν τα ζητούμενα, ή χρήματα ήσαν, ή καμία άλλη αγγαρεία. Οι Τούρκοι εξ ανάγκης ήθελαν να έχουν οι ραγιάδες των όλα τούτα, δια να αυξάνουν και να τους έχουν ως ανδράποδα.

 

Τα σχολεία και οι δάσκαλοι του Γένους (σελ. 67)

Τον πρώτο καιρό της σκλαβιάς το σκοτάδι της αμάθειας σκέπασε τον ελληνισμό.

« Ο ήλιος εσκοτείδιασε και το φεγγάρι εχάθη », όπως είπε ο λαός.

Οι περισσότεροι λόγιοι του Βυζαντίου κατέφυγαν στη χριστιανική Δύση, όπου βοήθησαν στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων. Ο σκλαβωμένος λαός έμεινε χωρίς δασκάλους και σχολεία.

Τα πρώτα σχολεία ιδρύθηκαν με τη φροντίδα της εκκλησίας. Παπάδες και καλόγεροι, κυρίως, προσπαθούσαν σ' εκείνα τα δύσκολα χρόνια να μάθουν στα παιδιά λίγα γράμματα μέσα από τα βιβλία της εκκλησίας. Αυτό φαίνεται πως δημιούργησε την παράδοση για «το κρυφό σχολειό», ότι δηλαδή τα σχολεία σε κάποια εποχή λειτουργούσαν κρυφά, επειδή οι Έλληνες φοβούνταν τους Τούρκους. Σχολεία ακόμα ίδρυσαν και κάποιοι μορφωμένοι Έλληνες, που είχαν σπουδάσει στην Ευρώπη και δίδαξαν σ' αυτά. Την κίνηση αυτή ενίσχυσαν πλούσιοι Έλληνες του εσωτερικού και του εξωτερικού. Έτσι, το 18ο αιώνα ο αριθμός των σχολείων αυξήθηκε σημαντικά.

Στη μόρφωση του λαού βοήθησε αποφασιστικά και η τυπογραφία . Στα τυπογραφεία της Ευρώπης εκδόθηκαν για πρώτη φορά τα έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφών και άλλα σύγχρονα βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες. Οι ιδέες τώρα διαδίδονταν ευκολότερα. Έτσι, γρήγορα έφτασαν και στην Ελλάδα τα κηρύγματα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτό δυνάμωσε ακόμα περισσότερο την προσπάθεια για μόρφωση και τη λαχτάρα τους να απελευθερωθούν.

Σ' αυτή την προσπάθεια, να βγει το σκλαβωμένο Γένος από την αμάθεια και τη δουλεία, μεγάλη ήταν η προσφορά των «δασκάλων του Γένους». Αυτοί ήταν μορφωμένοι άνθρωποι και είχαν φλογερή αγάπη για την πατρίδα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουμε τον Κοσμά τον Αιτωλό και τον Αδαμάντιο Κοραή.

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός όργωσε την Ελλάδα διδάσκοντας. Απ' όπου πέρασε ίδρυσε και από ένα σχολείο. Έφτασε να ιδρύσει διακόσια κοινά σχολεία (δημοτικά, θα λέγαμε) και δέκα ελληνικά (γυμνάσια). Ο λαός τον λάτρευε και τον τιμούσε σαν άγιο. Πέθανε με μαρτυρικό θάνατο στην Ήπειρο (1779).

Ο Αδαμάντιος Κοραής είναι ο σημαντικότερος δάσκαλος του Γένους. Σπούδασε στη Γαλλία και έζησε από κοντά τηΓαλλική επανάσταση. Πίστευε ότι η απελευθέρωση του γένους θα πραγματοποιηθεί με τη μόρφωση. Γι' αυτό κύρια προσπάθειά του ήταν να γίνουν ευρύτερα γνωστοί οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς. Με προτροπές, επιστολές και λογής φυλλάδια πάσχισε να κρατήσει ζωντανή την εθνική συνείδηση. Ο Κοραής ευτύχησε να δει ελεύθερη την Ελλάδα. Πέθανε λίγο μετά το τέλος της Επανάστασης.


Σ' ένα σχολείο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (σελ. 71-72)

Τα παιδιά μάθαιναν ανάγνωση από τον Οκτώηχο, το Ψαλτήρι, τον Απόστολο και από άλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Μάθαιναν ακόμα αρίθμηση και γραφή κατά τα υποδείγματα που τους έδινε ο δάσκαλος. Οι μαθητές κάθονταν πάνω σε ψάθα, προβιά ή χαλί, ενώ ο δάσκαλος πάνω σε σκαμνί.

Έγραφαν πάνω σε πλάκες, με κοντύλι. Πάνω στην πλάκα ήταν γραμμένο το αλφάβητο, ενώ πριν απ' αυτό ήταν χαραγμένο το σημείο του σταυρού με τις λέξεις «Σταυρέ βοήθει». Τα παιδιά έλεγαν το αλφάβητο δυνατά και όλα μαζί («εν χορώ»), κρατώντας με το αριστερό χέρι την πλάκα και με το δεξί έδειχναν ένα ένα τα γράμματα που έλεγαν. Κοντά στο δάσκαλο υπήρχε μακρύ ραβδί, που προορισμός του ήταν να συμμορφώσει τους άτακτους μαθητές ή να χτυπά το δάπεδο ή την έδρα, για να γίνει μέσα στην τάξη ησυχία.

Οι τιμωρίες ήταν πολύ συνηθισμένες τότε. Αν όμως οι τιμωρίες προορίζονταν για τους αμελείς, στους επιμελείς μαθητές δίνονταν τιμές και βραβεία. Όποιος τέλειωνε χωρίς τιμωρίες το βιβλίο του, συνοδευόταν με πομπή από τους συμμαθητές του στο σπίτι του. Εκεί ο «πρωτόσχολος» (ο πρώτος μαθητής) τον κάθιζε πάνω στο μιντέρι του, σηκώνοντάς τον, τον ανακήρυττε τρεις φορές «άξιο». Οι γονείς του και οι συγγενείς του έδιναν συγχαρητήρια, του χάριζαν δώρα και φιλοδωρούσαν και το δάσκαλο με μεταξωτό ή νομίσματα. Ακολουθούσε κοινό τραπέζι, όπου τραγουδούσαν, χόρευαν και έπαιζαν διάφορα παιδικά παιχνίδια.

Τρύφωνος Ευαγγελίδου, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας

 

Τα κόμματα (σελ. 155)

Τέλος πάντων αποφασίσθη εις το Άστρος να γίνη η Συνέλευσις. Εσηκώθηκα και εγώ και επήγα εις το Άστρος. Εκεί είμεθα χωρισμένοι φανερά δύο κόμματα. Το ένα εκλέγετο των Προεστών και το άλλο του Κολοκοτρώνη. Των προεστών ήταν οι περισσότεροι, ήταν 150 πληρεξούσιοι και 6000 στρατιώτες (Απρίλ. 1823). Εγώ είχα τον Οδυσσέα, το Μούρτζινο και άλλους σαράντα πληρεξουσίους με 800.

Εμείς εκαθήμεθα εις τα Μελεγίτικα κονάκια και εκείνοι εις τα Αγιαννίτικα, μία τουφεκιά μακριά. Εκείνοι έκαμναν συνεδρίασιν και ημείς δεν επηγαίναμε. Αυτοί ήθελαν και εψήφισαν να γίνουν 50 στρατηγοί και 150 βουλευταί. Αυτή η πολυαρχία δεν με άρεσε εμένα, διατί πολύς αριθμός ήθελε να μας χάσει* καθώς και μας έχασε.

Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα

*ήθελε να μας χάσει = θα μας κατέστρεφε

 

Ο Καποδίστριας κυβερνήτης (σελ. 191)

Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας (1828), ουσιαστικά δεν υπήρχε κράτος. Σπάνια στην ιστορία κυβερνήτης ξεκίνησε το έργο του με τόσο δύσκολες συνθήκες. Η χώρα έβγαινε από μια βαριά δουλεία κι έναν πολύχρονο αγώνα. Δεν υπήρχε καμία οργάνωση· φτώχεια και αναρχία επικρατούσε στην ερειπωμένη χώρα.

Ο Καποδίστριας επιδόθηκε με ζήλο στην ανασυγκρότηση της χώρας. Το ενδιαφέρον του στράφηκε στην ανόρθωση των οικονομικών. Έτσι δημιούργησε Τράπεζα , στην οποία ως πρώτο κεφάλαιο κατέθεσε την προσωπική του περιουσία. Για να διευκολύνει τις συναλλαγές, που κυρίως γίνονταν με ανταλλαγές προϊόντων, έκοψε νομίσματα, τους φοίνικες όπως τους έλεγαν, που με τον καιρό αντικατέστησαν τα τουρκικά γρόσια.

Ξεχωριστή προσπάθεια κατέβαλε ο Καποδίστριας για την παιδεία του ελληνικού λαού. Σκοπός του ήταν να οργανώσει δημοτικά και τεχνικά-επαγγελματικά σχολεία. Ονομαστά υπήρξαν τα σχολεία που ίδρυσε στην Αίγινα. Γρήγορα ιδρύθηκαν σ' όλη τη χώρα πολλά σχολεία, τα γνωστά ως αλληλοδιδακτικά , στα οποία οι καλύτεροι μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων, με τη βοήθεια του δασκάλου, μάθαιναν τους μικρότερους να διαβάζουν και να γράφουν.

Επειδή ο κυβερνήτης πίστευε ότι η χώρα θα στήριζε την πρόοδό της στη γεωργία, ίδρυσε στην Τίρυνθα γεωργική σχολή, στην οποία θα εκπαιδεύονταν οι Έλληνες γεωργοί. Ακόμη κάλεσε γεωπόνους από την Ελβετία, εισήγαγε την καλλιέργεια της πατάτας και βοήθησε στην ανάπτυξη της μεταξο-καλλιέργειας.

Όταν έφτασε στο Ναύπλιο ο Καποδίστριας, δεν ήταν γνωστό ακόμη ποια θα ήταν τα σύνορα ούτε αν το νέο κράτος θα είναι αυτόνομο, που θα πληρώνει φόρο στην Τουρκία ή θα είναι τελείως ανεξάρτητο.

Οι Μεγάλες δυνάμεις, που ήδη είχαν επέμβει δυναμικά στον αγώνα, δε συμφωνούσαν μεταξύ τους, γιατί πάνω απ' όλα έβαζαν τα συμφέροντά τους. Ο Καποδίστριας, όμως, κατάφερε να πολιτευτεί επιδέξια, χωρίς γενικά να προκαλέσει δυσαρέσκειες, και να πετύχει την ανεξαρτησία της χώρας (1830) και ευνοϊκή ρύθμιση των συνόρων, στην γραμμή Άρτας-Βόλου (1831).

Ο Καποδίστριας, για να παίρνει δύσκολες αποφάσεις στις δύσκολες εκείνες περιστάσεις, διέλυσε την Εθνοσυνέλευση και πήρε όλες σχεδόν τις εξουσίες στα χέρια του. Αυτό όμως προκάλεσε αντιδράσεις και δυσαρέσκειες τόσο σε προοδευτικούς ανθρώπους της εποχής, όσο και στους παλαιούς κοινοτικούς άρχοντες, τους κοτζαμπάσηδες, που έβλεπαν να βλάπτονται τα συμφέροντά τους από τη γενικότερη πολιτική του κυβερνήτη. Δημιουργήθηκε έτσι ισχυρή αντιπολίτευση. Τελικά, ο φανατισμός των αντιπάλων του οδήγησε στη δολοφονία του (27 Σεπτ. 1831).

 

 

 

επιστροφή
κλείσιμο παραθύρου