|
|||||||||||||||||||||||||||
|
| Αγάθων: ( Αθήνα,
περ. 445- Πέλλα, περ. 401 π.Χ.) τραγικός ποιητής που έζησε στην Αθήνα
τον αιώνα της ακμής της τραγικής ποίησης και θεωρείται από τον Αριστοτέλη
ο σημαντικότερος ποιητής τραγωδιών μετά τον Αισχύλο, το Σοφοκλή και τον
Ευριπίδη. αγάπες: τα κοινά δείπνα των Χριστιανών κατά τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού. αγκύλη: ιμάντας από δέμα βοδιού που τον χρησιμοποιούσαν στη βολή ακοντίου. Η αγκύλη ήταν τυλιγμένη γύρω από το στειλιάρι του ακοντίου. Ο δείκτης και το δεύτερο δάχτυλο του αθλητή έμπαιναν στη θηλιά που σχηματιζόταν στο τέλος του ιμάντα και το ακόντιο κρατιόταν με τα υπόλοιπα δάχτυλα και τον αντίχειρα. Έτσι το ακόντιο κρατιόταν σε σταθερή πορεία και ακριβή πορεία και επιπλέον πήγαινε πιο μακριά, γιατί δεχόταν μια επιπλέον ώθηση από την αγκύλη, η οποία ξετυλιγόταν και έπεφτε στο έδαφος. αγορά: α. τόπος συγκέντρωσης β. ο τόπος όπου διεξάγονται οι αγοραπωλησίες. αιδώς: το αίσθημα της ντροπής, συστολή, σεμνοτυφία, ντροπαλότητα. Αισθητική: η επιστήμη του καλού, η αντίληψη για το ωραίο, η επισήμανση του καλού δηλ. του ωραίου και η εκτίμηση του σε όλες τις εκδηλώσεις του και ιδιαίτερα στην τέχνη. Πραγματεύεται την εσωτερική και εξωτερική μορφή, την αλήθεια στην τέχνη και ζητά να καθορίσει καλλιτεχνικούς κανόνες. Αθήναιος: ( τέλη 2ου αι.- αρχές 3ου αι. μ.Χ.) σοφιστής και γραμματικός από τη Ναύκρατη της Αιγύπτου. Έγινε γνωστός από το έργο του Δειπνοσοφισταί. Ακαδήμεια ή Ακαδημία: γυμναστήριο έξω από την αρχαία Αθήνα προς τιμήν του ήρωα Ακάδημου, στο οποίο αργότερα δίδασκε ο Πλάτωνας. ακαμάτρα: η φυγόπονη, η οκνηρή, η τεμπέλα. ακράτισμα: πρόγευμα με άρτο βουτηγμένο σε οίνο. Άλεξις: ( περ. 375- περ. 270 π. Χ.) κωμωδιογράφος από τους Θούριους που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα και πιθανόν έγινε Αθηναίος πολίτης. Έγραψε περίπου 245 έργα από τα οποία σώζονται περισσότεροι από 130 τίτλοι και 340 αποσπάσματα. αλλαντοπωλείο: το κατάστημα στο οποίο πωλούνται αλλάντες (λουκάνικα). άλμα: οποιοδήποτε άλμα, ειδικότερα όμως το άλμα που αποτελούσε μέρος του πένταθλου. Έμοιαζε με το σημερινό άλμα εις μήκος, με τη διαφορά ότι ο αθλητής χρησιμοποιούσε τους αλτήρες και εμψυχωνόταν από το παίξιμο του αυλού. αλτήρας:μικρά βάρη που ζύγιζαν περίπου δυόμισι κιλά το καθένα. Ο αθλητής του άλματος κρατούσε από έναν αλτήρα στο κάθε χέρι του, οι οποίοι τον βοηθούσαν να πηδήξει πιο μακριά απ' ό,τι θα μπορούσε χωρίς τους αλτήρες. άμιλλα: τάση διάκρισης και υπεροχής που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται στον ίδιο εργασιακό χώρο. Αμφιδρόμια: γιορτή που τελούνταν την Πέμπτη ή τη δέκατη μέρα μετά τη γέννηση κατά την οποία δίνονταν στο βρέφος όνομα. αμφίεση: η ένδυση, το ντύσιμο. αντίστιξη: η τέχνη της συναρμογής και του συνδυασμού των μουσικών ήχων που εκτελούνται ταυτόχρονα. Απελλής: διάσημος ζωγράφος της αρχαιότητας που έζησε στο β΄ μισό του 4ου αι. π.Χ. γεννήθηκε στην Κολοφώνα αλλά έζησε πολλά χρόνια στην Έφεσσο και την Κω. αποδυτήριο:δωμάτιο, στην παλαίστρα ή στο γυμνάσιο, όπου γδύνονταν οι αθλητές πριν αρχίσουν την προπόνησή τους. αργαλειός: το εργαλείο με το οποίο γίνεται η ύφανση. Αριστείδης: ( μετά το 550- περ. 467 π.Χ.) Αθηναίος στρατηγός και πολιτικός, ένας από τους σημαντικότερους δημόσιους άνδρες της εποχής του. Ήταν γιος του Λυσίμαχου και καταγόταν από το δήμο της Αλωπεκής της Αντιοχίδας φυλής, από μια αριστοκρατική αλλά όχι εύπορη οικογένεια. Πολέμησε στη μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.) ως στρατηγός της Αντιοχίδας φυλής και τον επόμενο χρόνο εκλέχτηκε άρχων της Αθήνας. Αριστοφάνης: (445- λίγο μετά το 388 π.Χ.) Αθηναίος κωμωδιογράφος, ίσως ο μεγαλύτερος όλων των εποχών, ο κυριότερος εκπρόσωπος της Παλαιάς Κωμωδίας. Σώζονται έντεκα από τις σαράντα τουλάχιστον κωμωδίες που έγραψε και αρκετά αποσπάσματα από τις υπόλοιπες. αρτυμα: το καρύκευμα, το ήδυσμα, κάθε τι που προσθέτουμε στο φαγητό κατά το μαγείρεμα για να γίνει νοστιμότερο. Αρχέστρατος: ( β΄ μισό 4ου αι. π.Χ.) ποιητής από τη Γέλα της Σικελίας. Έγραψε ένα έργο με τον τίτλο Ηδυπάθεια, στο οποίο χρησιμοποίησε τον επικό στίχο για να εκθέσει γαστρονομικά θέματα. άστυ: η κυρίως πόλη, σε αντίθεση με την ύπαιθρο και τα προάστια. αυλός: πνευστό μουσικό όργανο από έναν ή περισσότερους συνημμένους σωλήνες από καλάμι ή άλλη ύλη. αυτοσχεδιασμός: αυθόρμητη ενέργεια, η εκ του προχείρου σύνθεση κάποιου καλλιτεχνικού έργου, η εκ του προχείρου ομιλία, γραφή, εκτέλεση. αυτόχθων: αυτός που αναφύεται από αυτή τη γη, αυτός που κατοικεί στον τόπο που γεννήθηκε και ο ίδιος και οι πρόγονοι του, ιθαγενής, γηγενής, ένδημος, εγγενής, εντόπιος, εγχώριος. [αυτός+χθων=γη] άφεσις:η αφετηρία, το σημείο εκκίνησης των αγώνων δρόμου και των ιππικών αγώνων. |
|
βαθμίς: κάθε βαθμίδα κλίμακας, σκαλί, σκαλοπάτι. βακτηρία: ράβδος που χρησιμοποιούνταν από γέροντες και ασθενείς για στήριξη του σώματος. βαλβίδα: λίθινη πλάκα με εγκοπές όπου έβαζε τα πόδια του ο δρομέας κατά την εκκίνηση ή η γραμμή εκκίνησης των δρομέων, το σχοινί επίσης το οποίο τεντωνόταν στον αγώνα δρόμου, αλλά και οι στύλοι από τους οποίους δενόταν το σκοινί αυτό. Βαλβίδα ονομαζόταν και το σημείο στο δρόμο του σταδίου, απ' όπου οι δισκοβόλοι έριχναν τον δίσκο. βατήρας: το σημείο εκκίνησης του άλματος και γενικότερα η αφετηρία στο στάδιο. βιοτεχνία: η κατεργασία πρώτων υλών με τα χέρια ή με στοιχειώδη εργαλεία για παραγωγή προϊόντων κοινής χρήσης. Βιτρούβιος: ( πιθ. 84- μετά το 14 π.Χ.) Ρωμαίος αρχιτέκτονας, μηχανικός και συγγραφέας. Έδρασε στα χρόνια της διακυβέρνησης του Ιουλίου Καίσαρα και του Αυγούστου. Είναι γνωστός για το εκτεταμένο σύγγραμμα του που αναφέρεται σε θέματα αρχιτεκτονικής, μηχανικής και πρακτικών κατασκευών, το μόνο ολοκληρωμένο τεχνικό σύγγραμμα που σώθηκε από την κλασική αρχαιότητα. Το σύγγραμμα αυτό τιτλοφορήθηκε Περί αρχιτεκτονικής. Βουλευτήριο: το μέγαρο της Βουλής όπου γίνονται οι συνεδριάσεις των βουλευτών. βυρσοδεψία: η τέχνη της κατεργασίας των δερμάτων, η δερματουργία. |
|
γαλέτα: άρτος που έχει υποβληθεί σε διπλό ψήσιμο, το παξιμάδι. Γαληνός: ( Πέργαμος, περ. 130- Ρώμη ή Πέργαμος, περ. 200 μ.Χ.) ο μεγαλύτερος μετά τον Ιπποκράτη γιατρός της αρχαιότητας. Εργάστηκε κυρίως και διέπρεψε στη Ρώμη. γάρος: αρμύρα για συντήρηση ταριχευμένων ψαριών. γαστριμαργικός: αυτός που αναφέρεται στις απολαύσεις του φαγητού και της γεύσης. [γαστήρ=κοιλιά +μάργος=λαίμαργος] γαστρονομία: το σύνολο των γνώσεων που αφορούν στην εκλογή των υγιεινών τροφίμων και στο μαγείρεμα τους. γευσιγνωσία: γνώση των κανόνων της μαγειρικής που συντελούν στη νοστιμιά του φαγητού και την απόλαυση της γεύσης. γνέσιμο: η ενέργεια του γνέθω, η μεταβολή ερίου ή βάμβακος σε νήμα. γονιμικός: αυτός που αναφέρεται στη γονιμότητα ή έχει σχέση με αυτήν. Γοργίας: ( περ. 485- περ. 380 π.Χ.) ένας από τους πιο σπουδαίους σοφιστές και δασκάλους της ρητορικής. Ήταν σύγχρονος του Πρωταγόρα και του Σωκράτη. γυμνάσιο: δημόσιο οικοδόμημα, όπου γίνονταν οι γυμναστικές ή αθλητικές ασκήσεις και δραστηριότητες. Πρέπει να διακρίνεται από την παλαίστρα, αν και τα δύο κτήρια ήταν συνδεδεμένα. Το γυμνάσιο το αποτελούσε ένας σκεπασμένος χώρος προπόνησης μήκους ενός σταδίου, ο οποίος ονομαζόταν ξυστός. Εκτός από αυτόν το συμπλήρωνε ένας χώρος προπόνησης ανοικτός, η παραδρομίς. Η προπόνηση των βολών ακοντίου και δίσκου γινόταν πέρα από την παραδρομίδα. |
| Δειπνοσοφισταί: αυτοί που κατά τη διάρκεια του δείπνου συζητάνε για διάφορα ζητήματα, κυρίως γαστρονομικά. Δημάρατος: (περ. μέσα 6ου-μέσα 5ου αι. π.Χ.) βασιλιάς της Σπάρτης, γνωστός κυρίως για τη συμμετοχή του στην εκστρατεία του βασιλιά των Περσών Ξέρξη. διαυγές: αυτό μέσα από το οποίο περνούν οι ακτίνες του φωτός, το διαφανές, το καθαρό. δίαυλος: αγώνας δρόμου που ήταν ίσος με δύο φορές το μήκος του σταδίου. Ο δρομέας στον δίαυλο έτρεχε μέχρι το τέρμα του σταδίου, έστριβε στο στύλο (καμπτήρα) και από την άλλη πλευρά του σταδίου επέστρεφε στο σημείο εκκίνησης (βαλβίδα). Διεργασία: ο τρόπος, η μέθοδος, η διαδικασία που καθορίζουν και χαρακτηρίζουν μια ενέργεια ή κατάσταση. Δίμηνι: περιοχή της Μαγνησίας όπου έχουν βρεθεί κατάλοιπα οικισμού της νεολιθικής εποχής. Διοτίμα: πρόσωπο μάλλον φανταστικό, ιέρεια που αναφέρεται στο Συμπόσιον του Πλάτωνα. δίσκος: στην αρχή ήταν ένα κομμάτι αδιαμόρφωτου λίθου ή μετάλλου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τις βολές του γνωστού και σήμερα αγωνίσματος. Mε την πάροδο του χρόνου απέκτησε το συγκεκριμένο σχήμα και βάρος που έχει και σήμερα. Διφθέρα: κατεργασμένο δέρμα, ένδυμα από κατεργασμένο δέρμα. [Βλ. νεοελλ. δεφτέρι ή τεφτέρι] δόλιχος:αγώνας δρόμου μεγάλης απόστασης. Το μήκος του δεν ήταν σταθερό στους διάφορους πανελλήνιους αγώνες. Άρχιζε από οκτώ στάδια, περίπου 1500 μέτρα, αλλά έφτανε και στα είκοσι τέσσερα στάδια,ισοδυναμούσε δηλαδή με πέντε περίπου χιλιόμετρα. δρώμενο: ένα οργανωμένο και δραματοποιημένο ιερό θέαμα. Τα δρώμενα είναι στενά εξαρτημένα από τη μαγεία ή τη θρησκεία, απρόσιτα σε λογικούς καθορισμούς. |
εγκρυφίας: είδος ψωμιού που ψήνεται στη στάχτη. [εν+κρύπτω] έδεσμα: φαγητό, παρασκευασμένη τροφή. εθιμικός: αυτός που αναφέρεται στα έθιμα ή έχει σχέση με αυτά. εκζήτηση: η επίμονη αναζήτηση, επιτήδευση, προσποίηση, προσποιητός τρόπος. ελαιοθέσιον: το δωμάτιο που βρισκόταν δίπλα στην παλαίστρα, όπου οι αθλητές άλειφαν τα σώματά τους με λάδι. Ελλανοδίκης: ένας από τους δέκα κριτές των Ολυμπιακών αγώνων. εμβάς: ελαφρό υπόδημα από δέρμα ή ύφασμα. [εν+βαίνω] εμβληματικός: αυτός που αναφέρεται στο έμβλημα δηλ. στη συμβολική παράσταση, στη συμβολική εικόνα που χρησιμεύει ως διακριτικό, ο συμβολικός. ενδοχώρα: εδαφική περιοχή που εκτείνεται προς το εσωτερικό ( σε σχέση με τα παράλια) κάποιας χώρας, τα μεσόγεια, τα ενδότερα. ενδρομίς: είδος ψηλού υποδήματος που φοριόνταν από εκδρομείς και κυνηγούς // είδος παχιάς χλαίνης. εντυπωσιασμός: η τάση της πρόκλησης έντονων εντυπώσεων, ο θεατρινισμός. ενώτια: κοσμήματα των αυτιών, σκουλαρίκια [ εν+ ωτ-<ους,ωτός] br> εξωμίς: ένδυμα με ένα μόνο μανίκι που το φορούσαν κυρίως οι δούλοι και οι εργάτες. επενδύτης: ανδρικό ή γυναικείο ένδυμα που φοριέται πάνω από όλα τα άλλα, χειριδωτό μακρύ ένδυμα από χοντρό ύφασμα για προφύλαξη από το ψύχος. [επί+εν+δύομαι] επιστασία: το έργο του επιστάτη, η εποπτεία, η επιμέλεια, η επίβλεψη, η επιτήρηση. έρανος: συλλογή συνδρομών, εισφορά, συνεισφορά υπέρ κοινωφελούς σκοπού. ερέψιμος: χρήσιμος ή κατάλληλος για οροφή. [ερέφω= καλύπτω με στέγη, βλ. οροφή] εριουργός: ο τεχνίτης που κατεργάζεται το έριον δηλ. το τρίχωμα των ζώων και ιδιαίτερα το μαλλί του προβάτου.[ έριον=μαλλί + έργον] εσθής το φόρεμα γενικά, ιδιαίτερα το γυναικείο και μάλιστα το πολυτελές έρκειος: επίθετο του Δία ως προστάτη της οικογένειας και της οικείας. εταιρία: ομάδα συνεταίρων, όμιλος ανθρώπων που συγκροτούν σύνδεσμο για κάποιο σκοπό, σύλλογος, κοινοπραξία. Εύβουλος: (Αθήνα, 403-330 π.Χ.) Αθηναίος πολιτικός, γνωστός για τη συνετή οικονομική και εξωτερική πολιτική του. Ήταν μετριοπαθής, εργατικός, ακέραιος αλλά και αριστοτέχνης στη δημαγωγία. Κατόρθωσε χρησιμοποιώντας τα θεωρικά χρήματα να επηρεάσει τότε σημαντικά την πολιτική της Αθήνας. |
| Ιερά Οδός: μεγάλη λεωφόρος των αρχαίων Αθηνών που άρχιζε από το Δίπυλο και κατέληγε στην Ελευσίνα. ικέτης: αυτός που προσέρχεται για να ζητήσει βοήθεια και προστασία και συνεπώς αυτός που παρακαλεί θερμά, που εκλιπαρεί. ιμάντας:λουρί από δέρμα βοδιού το οποίο τυλιγόταν γύρωστα δάκτυλα και χρησίμευε ως γάντι πυγμαχίας. ιμπρεσάριος: ο επικεφαλής θεατρικών επιχειρήσεων, αυτός που καλεί ξένους καλλιτέχνες και διοργανώνει θεατρικές παραστάσεις. ιπποστάσιο: ο τόπος όπου διαμένουν και συντηρούνται ίπποι ή άλλα υποζύγια, ο στάβλος. |
καθωσπρεπισμός:
τάση στη συμπεριφορά του ανθρώπου που υπολογίζει τους κανόνες της ευπρέπειας.
|
|
Νικίας: (περ. 469- 413 π.Χ.) Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός με μεγάλη δράση στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Αριστοκρατικής καταγωγής, γιος του Νικήρατου. Χάρη στον πλούτο και την άρτια μόρφωσή του κατόρθωσε να διακριθεί ως μετριοπαθής πολιτικός και να παίξει σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Αθήνας. νίτρο: κοινή ονομασία για όλα τα άλατα που εμφανίζονται σε αλκαλικά εδάφη όπου γίνεται αποσύνθεση αζωτούχων οργανικών υλών. νομαδικός: αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους νομάδες δηλ. σε αυτούς που βόσκουν αγέλες ζώων και περιπλανιούνται με αυτά, αυτός που γίνεται σύμφωνα με τον τρόπο των νομάδων. νύσσα:βλ. καμπτήρας. |
|
οβολός: αρχαίο αττικό νόμισμα που ισοδυναμεί με έξι χάλκινα (το ένα έκτο της αττικής δραχμής) ή και μονάδα βάρους ανάλογης αξίας. οικιστικός: αυτός που αναφέρεται ή έχει σχέση με την κατοικία και τον τρόπο οργάνωσης της ζωής σε αυτήν. οικοτεχνία: η βιοποριστική τέχνη ΄που ασκείται στον οίκο, οικιακή βιοτεχνία. οπλίτης ή οπλιτόδρομος: αγώνας δρόμου στον οποίο οι αθλητές έφεραν πανοπλία (κράνη, περικνημίδες και ασπίδες). Το μήκος του οπλίτη ισοδυναμούσε με το μήκος του δίαυλου. ορνεοθηρευτική: Το κυνήγι των πτηνών. [όρνεον+θηρεύω] ορυμαγδός: ο ισχυρός κρότος, πολύηχος θόρυβος, οχλοβοή, αντάρα και ιδιαίτερα ο άτακτος θόρυβος συναθροισμένων και αγωνιζόμενων στρατευμάτων αλλά και πλήθους εργαζόμενων ανθρώπων. οψαρτική: η μαγειρική τέχνη, η τροφή που παρασκευάζεται με καρυκεύματα. οψιδιανή: πέτρωμα ηφαιστιογενές, τελείως όξινο, σκληρό, υαλώδους μορφής και μελανό. |
| παγιώνω: καθιστώ
κάτι πάγιο και σταθερό, το καθιστώ αμετακίνητο, μονιμοποιώ, σταθεροποιώ,
εδραιώνω, στερεώνω. παγκράτιο: αρχαίο ελληνικό αγώνισμα που περιλαμβάνει πάλη και πυγμαχία συγχρόνως. [παν+κράτος=δύναμη] παιάν: άσμα που τραγουδιόταν προς τιμήν του Απόλλωνα και περιέχει τις ευχαριστίες αυτού που τραγουδά για νίκη που πέτυχε, πολεμικό εμβατήριο που τραγουδιέται από πολεμιστές πριν και κατά τη μάχη. παιδοτρίβης: εκείνος που δίδασκε στα παιδιά πάλη ή άλλες γυμναστικές ασκήσεις. παλαιολιθικός: αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην περίοδο της ζωής του ανθρώπου και της Γης κατά την οποία ο άνθρωπος κατασκεύαζε εργαλεία και όπλα από ακατέργαστο λίθο. παλαίστρα: οίκημα που χτιζόταν δίπλα στο γυμνάσιο και στο οποίο οι αθλητές προπονούνταν στην πάλη. Στην παλαίστρα βρισκόταν και το σκάμμα. πάλη: στο αγώνισμα αυτό οι δύο αντίπαλοι στέκονταν όρθιοι και προσπαθούσαν να ρίξουν τον αντίπαλο στο έδαφος. Δεν υπήρχε σταθερός αριθμός πτώσεων, συνήθως ήταν τρεις ή πέντε. Οι καθυστερήσεις και το αντικανονικό παιχνίδι τιμωρούνταν από τους κριτές με χτύπημα μαστιγίου. Παναθήναια: η μεγαλύτερη και η πιο επιφανής γιορτή του Αθηναϊκού κράτους που τελούνταν στην Αθήνα προς τιμήν της Αθηνάς. Διακρίνονταν σε Μικρά Παναθήναια και Μεγάλα Παναθήναια. πανίδα: το σύνολο των ζωικών ειδών κάποιας γεωγραφικής περιοχής ή χώρας ή γεωλογικής περιόδου. παραδρομίς: βλ. γυμνάσιο. παράσιτο: ζωικός ή φυτικός οργανισμός που ζει σε άλλα ζώα και τρέφεται από αυτά. παραστάδα: τετραγωνική δοκός ή τοίχος παρομοίου σχήματος που χτίζεται στα άκρα ανοίγματος θύρας ή παραθύρου για στερέωση ή εξωραϊσμό, τετραγωνικός κίων στον οποίο απολήγει τοίχος ή τέτοιος κίων προσαρμοσμένος σε τοίχο. παστός: ο πασπαλισμένος με αλάτι, ο αλατισμένος, αυτός που διατηρείται με αλάτι ή αλμύρα, ο παστωμένος. πένταθλο: το πένταθλο περιελάμβανε πέντε αγωνίσματα: το στάδιο, το δίσκο, το άλμα, το ακόντιο και την πάλη. Δεν γνωρίζουμε τη σειρά με την οποία γίνονταν τα αγωνίσματα και πώς κρινόταν ο νικητής. Είναι όμως βέβαιο ότι ο αθλητής για να αναδειχθεί νικητής έπρεπε να νικήσει σε τρία από αυτά. Πεισίστρατος: (Αθήνα, περ. 600- 528/527 π.Χ.) τύραννος της Αθήνας και μία από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της αρχαϊκής Ελλάδας, ο ιδρυτής της δυναστείας των τυράννων Πεισιστρατιδών. Προερχόταν από αριστοκρατική πολιτική οικογένεια. πέπλος: λεπτό, αραιό ύφασμα που χρησιμεύει ως επικάλυμμα, ιδιαίτερα ως κάλυμμα του κεφαλιού και του προσώπου των γυναικών. Περικλής: ( περ. 495-429 π.Χ.) κορυφαίος Αθηναίος πολιτικός με την καθοδήγηση του οποίου εδραιώνεται η δημοκρατία στην Αθήνα και η πόλη φτάνει στη μεγαλύτερη της ακμή. Με δική του πρωτοβουλία δημιουργούνται τα έργα τέχνης που χάρισαν στην Αθήνα αιώνια δόξα. Ήταν δημότης Χολαργού, ανήκε στην Ακαμαντίδα φυλή και είχε αριστοκρατική καταγωγή. περισκελίς: ένδυμα που περιβάλλει κάθε σκέλος χωριστά, παντελόνι. περιστύλιο: σειρά κιόνων γύρω από ένα οικοδόμημα ή κατά μήκος της αυλής που σχηματίζει στοά. περόνη: αιχμηρό καρφί από μέταλλο, οστό, κ.α. το οποίο διατρυπά δύο ή περισσότερα αντικείμενα και τα συνδέει ή τα στερεώνει. πέτασος: πλατύγυρος πίλος από δέρμα ή και αχυρόπλεκτος. πετονιά: ειδικό λεπτό νήμα όπου δένονται τα άγκιστρα με το δόλωμα για τα ψάρια. πίλος: καπέλο, κάλυμμα του κεφαλιού. πλακούς: γλύκισμα από ζύμη και ζάχαρη, αρώματα κ.α., κάθε είδος μικρού γλυκίσματος από ζύμη. ποδήρης: αυτός που φτάνει ως τα άκρα των ποδιών, είδος χιτώνα. Ποικίλη Στοά: οίκημα της αρχαίας Αθήνας, στην είσοδο της αγοράς, όπου εκθέτονταν καλλιτεχνικά έργα. Ο Παυσανίας κάνει εκτενή περιγραφή του χώρου. πολιτεία: η σχέση του πολίτη με την πόλη ή το κράτος, ο τρόπος διαχειρίσεως των κοινών, η ζωή και οι ασχολίες πολιτικού άνδρα, η διοίκηση, η κυβέρνηση. Πραξιτέλης: ( 4ος αι. π.Χ.) περίφημος Αθηναίος γλύπτης, που σημάδεψε με το έργο του την αρχαία ελληνική τέχνη στο κρίσιμο διάστημα ανάμεσα στο τέλος της κλασικής περιόδου και την αυγή της ελληνιστικής εποχής. Ήταν γιος και μαθητής του Κηφισόδοτου. Πριήνη: ιωνική πόλη της Μικράς Ασίας, στα νότια της Εφέσου και της Μαγνησίας, στα βόρεια της Μιλήτου. Κατά την παράδοση ιδρύθηκε από τον Αίπυτο και τους Αθηναίους που τον ακολούθησαν. Αργότερα έφτασαν εκεί Βοιωτοί άποικοι από τη Θήβα. πρόδομος: ο προθάλαμος, το πρώτο δωμάτιο της οικίας στο οποίο εισέρχονταν κάποιος αμέσως μετά την αυλή, ο πρώτος χώρος πριν το συγκρότημα των δωματίων. προικιά: το σύνολο των ειδών ρουχισμού, επίπλων, σκευών που αποτελούν την προίκα. προσχηματικός: αυτός που χρησιμεύει ως πρόσχημα, που λέγεται για δικαιολογία, ο δήθεν και επομένως ο ανειλικρινής, πλαστός, ψευδής. πυγμή: το αγώνισμα της πυγμαχίας. Ο νικητής έβγαινε όπως στο παγκράτιο. |
|
σαίτα: η υφαντική κερκίδα του αργαλειού. σαλαγώ: αναδίδω υπόκωφη βοή, κατευθύνω με κραυγές τα βοσκήματα. σάνδαλον: υπόδημα από ξύλινο πέλμα που δένονταν στο πόδι με ιμάντες. σγουροπλέξουδος: αυτός που έχει σγουρές πλεξούδες. Σέσκλο: περιοχή της Μαγνησίας, έδρα νεολιθικού οικισμού, όπως και το γειτονικό Δίμηνι. Σίγειο: πόλη στα βόρεια παράλια της Μικράς Ασίας. σίλφιο: αρωματικό φυτό και καρύκευμα.Περίφημο στην αρχαιότητα ήταν το σίλφιο που προερχόταν από την Κυρήνη. Σιμωνίδης: ( Ιουλίδα Κέας, 557/556- Ακράγας Σικελίας, 468/467 π.Χ.) λυρικός ποιητής, φημισμένος επιγραμματοποιός και αναμορφωτής του χορωδιακού τραγουδιού, το οποίο αυτός πριν από τον Πίνδαρο, κατέστησε πανελλήνιο όργανο μουσικής και ποιητικής έκφρασης για δημόσιες εκδηλώσεις. Σκαμβωνίδες: δήμος της Αττικής που ανήκε στη Λεοντίδα φυλή. Δημότης Σκαμβωνιδών υπήρξε ο Αλκιβιάδης. Η θέση του δήμου αυτού τοποθετείται γενικά εντός των τειχών, στην περιοχή του Άστεως. σκάμμα: η κοιλότητα που ήταν γεμάτη μαλακό χώμα ή άμμο, ώστε οι αθλητές που αγωνίζονταν στο άλμα ή την πάλη να πέφτουν χωρίς να κινδυνεύουν να χτυπήσουν. (Βλ. και παλαίστρα). σκιάδιον: πλατύγυρος αχυρένιος πίλος των αγροτών. Σουμέριος: κάτοικος της Σουμερίας, χώρας που βρισκόταν στα βόρεια της κοιλάδας του Τίγρη και Ευφράτη, αρχαίος κάτοικος της Μεσοποταμίας. σπονδή: έκχυση οίνου ή άλλου ρευστού από ποτήρι κατά τις ιεροτελεστίες. στάδιο: μονάδα μέτρησης μήκους που ισοδυναμεί με εξακόσιους αρχαίους πόδες (ο αρχαίος πους κυμαινόταν από 0,296 ως 0,320 μέτρα). Το ολυμπιακό στάδιο είναι 192,27 μέτρα. Αυτή η μονάδα μέτρησης έδωσε το όνομά της και στον αγώνα δρόμου της ίδιας απόστασης, αλλά και στο χώρο όπου γινόταν ο αγώνας αυτός. στέμφυλο: το στέρεο υπόλειμμα του σταφυλιού μετά την έκθλιψή του. στημόνι: το σύνολο των νημάτων που διατάσσονται κατά μήκος του ιστού. Στράβων: ( Αμάσεια Πόντου, 64/63 π. Χ.- Ρώμη, 23 ή 24 μ.Χ.) διάσημος αρχαίος ιστορικός και γεωγράφος. Καταγόταν από πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια της Αμάσειας του Πόντου και από νωρίς έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τα γράμματα και τις τέχνες. στρόφιον: ταινία με την οποία έδεναν την κόμη ή κρατούσαν όρθιους τους μαστούς τους. στιλιζαρισμένος: αυτός που υπακούσει και εντάσσεται σε μια συγκεκριμένη μορφή. Συβαριτισμός: τρυφηλότητα, μαλθακότητα, φιληδονία, ακολασία, ιδιότητες για τις οποίες διακρίνονταν οι κάτοικοι της Σύβαρης, ελληνικής αποικίας της Κάτω Ιταλίας, περίφημης για τον πλούτο της. συμπαγές: το συνενωμένο, το πυκνό και στέρεο, το συμπεπηγμένο. [συν+ πήγνυμι=πήζω, παγώνω] συνδαιτυμόνας: αυτός που συμμετέχει σε γεύμα με κάποιον, σύνδειπνος, ομοτράπεζος, ομόδειπνος. συρτή: αλιευτικό εργαλείο από μακρύ και μεγάλης ανθεκτικότητας νήμα εφοδιασμένο με ένα ή περισσότερα άγκιστρα (ακόμα και με ομοιώματα μικρών ιχθύων) στο ένα άκρο που σύρεται από λέμβο που πλέει με μέτρια ταχύτητα. σφενδόνη: η στενή πλευρά του σταδίου που έχει σχήμα καμπύλης. Σφήκες: κωμωδία του Αριστοφάνη που ανεβάστηκε στα Λήναια του 422 και πήρε το δεύτερο βραβείο. |
| ταμείον: ο χώρος
όπου διέμενε η ταμία, η οικονόμος του σπιτιού. ταμία: η οικονόμος, υπεύθυνη για τη διαχείριση των προμηθειών του σπιτιού. ταράξιππος: η λέξη σημαίνει "αυτός που τρομάζει τα άλογα" και δήλωνε ένα μέρος του ιπποδρόμου της Ολυμπίας που έμοιαζε με βωμό, τα άλογα των ιπποδρομιών, όταν περνούσαν από αυτό το σημείο αφήνιαζαν φοβισμένα. τέθριππον: άρμα που το έσερναν τέσσερα άλογα. Αγώνας επίσης με άρμα αυτού του τύπου, το οποίο έπρεπε να διατρέξει δώδεκα γύρους ή είκοσι τέσσερα μήκη του ιπποδρόμου. Τεγέα: πόλη της Αρκαδίας, 6 χιλιόμετρα νότια από την Τρίπολη. Μαζί με τη Μαντίνεια αποτέλεσε το ισχυρό δίδυμο της Ανατολικής Αρκαδίας διαδραματίζοντας σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας πρωτεύοντα ρόλο στην ιστορία της Πελοποννήσου. τιάρα: κάλυμμα της κεφαλής των αρχαίων Περσών. τίτανος: λευκή γη πιθανότατα γύψος, σκόνη από ξυσμένα μάρμαρα. τοτεμισμός: η πίστη στα τοτέμ δηλ. σε ζώα, φυτά ή φυσικά φαινόμενα που θεωρούνται ότι έχουν μυστηριώδη συγγένεια με κάποια πρόσωπα, καθώς και το σύνολο των σχετικών εθίμων προς τιμήν τους. τράγημα: το επιδόρπιο, ξηροί καρποί που τρώγονται μετά το φαγητό. τρυφηλότης: η ιδιότητα του τρυφηλού, μαλθακότητα. |
|
υδροχόη: είδος δοχείου με σχήμα υδρίας με το οποίο χύνουν ύδωρ στη λεκάνη του νιπτήρα. [ Ύδωρ+χέω] υμέναιος: γαμήλιο άσμα που τραγουδιέται από αυτούς που συνοδεύουν τη νύφη από την πατρική της οικία στην οικία του γαμπρού, νυφικό άσμα. υπερώον: το ανώτερο μέρος της οικίας, ο ανώτατος όροφος, το ανώτατο πάτωμα, ιδιαίτερο δωμάτιο που βρίσκεται πάνω από όλους τους ορόφους της οικίας. υποκατάστατο: το εγκατεστημένο σε θέση άλλου, αυτό που αντικαθιστά, που αναπληρώνει κάτι. ύσπληγας: το σχοινί ή ο μηχανισμός που χρησιμοποιούσαν για να δοθεί η εκκίνηση στους αγώνες δρόμου και στους ιππικούς αγώνες. υφάδι: το κατά πλάτος νήμα του υφάσματος που υφαίνεται στον αργαλειό το οποίο με τη σαίτα πλέκεται στον υφαντικό ιστό. |
|
Ζεύξης: ( β΄ μισό 5ου αι. π.Χ.) ένας από τους διασημότερους αρχαίους ζωγράφους, που η φήμη του έφτασε ως τα χρόνια της Αναγέννησης. Κατατάσσεται από μερικούς αρχαίους συγγραφείς στην ίδια σειρά καλλιτεχνικής αξίας με τον Όμηρο και το Φειδία. ζώμα: αυτό με το οποίο ζώνουμε κάτι, ζώνη, ζωστήρ, ζωνάρι. |
|
Ηριδανός: περιώνυμος ποταμός, γιος κατά τον Ησίοδο του Ωκεανού και της Τηθύος που εκβάλλει στον ωκεανό στα δυτικά άκρα της Ευρώπης. Ησίοδος: ( Άσκρα Βοιωτίας, περ. 730-680 π.Χ.) επικός ποιητής, ο κυριότερος εκπρόσωπος του λεγόμενου διδακτικού έπους. Είναι ο αρχαιότερος ποιητής της ευρωπαϊκής ηπείρου με γνωστή προσωπική ζωή και μάλιστα από αυτοβιογραφικά στοιχεία. |
| Θεμιστοκλής:
( Αθήνα, 527 ή 526- Μαγνησία Μικράς Ασίας, 461 π.Χ.) Αθηναίος πολιτικός
και στρατιωτικός ηγέτης, κορυφαία φυσιογνωμία της εποχής των Περσικών
Πολέμων, πρωταγωνιστής της νίκης των Ελλήνων στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.
Θεσμοφόρια: γιορτή που γινόταν στην Αθήνα προς τιμήν της Θεσμοφόρου Δήμητρας. θήραμα: το ζώο που κυνηγούν για να αγριευθεί. Θηραμένης: (περ. 451-404 π.Χ.) Αθηναίος ολιγαρχικός πολιτικός, ένας από τους Τετρακόσιους και τους Τριάκοντα Τυράννους, στρατηγός στα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. θίασος: όμιλος συνεργαζόμενων ηθοποιών κάποιου θεάτρου, όμιλος ανθρώπων που τελούν θρησκευτικές τελετές. θολία: πλατύγυρος πίλος των γυναικών της αρχαιότητας με κωνική προεξοχή πάνω. θόλος: καμπυλόγραμμη ημισφαιρική οροφή. Έτσι ονομαζόταν λόγω της οροφής του το οίκημα της αρχαίας αγοράς όπου διέμεναν και σιτίζονταν οι πρυτάνεις, εκλεγμένοι βουλευτές που ασκούσαν την εξουσία στην αρχαία Αθήνα ανά 50, για διάστημα 35 ημερών. |
| λαγκάδι: η
χαράδρα που σχηματίζεται μεταξύ βουνών. λακωνίζω: συμπαθώ τους Λάκωνες και υποστηρίζω τις απόψεις τους. Μιμούμαι τους Λάκωνες, εκφράζομαι σύντομα και εύστοχα, είμαι ολιγόλογος. λέβης: μεγάλου μεγέθους μεταλλική χύτρα μέσα στην οποία θερμαίνεται το νερό και μαγειρεύονται φαγητά για πολλά άτομα, καζάνι, λεβέτι. λεπτόγεως: τόπος που έχει λεπτή γη, το έδαφος που έχει λίγο και όχι παχύ, λιπαρό, γόνιμο χώμα. λινάρι: κλωστή φυτικής προέλευσης. λινός: ο κατασκευασμένος από λινάρι. λίχνισμα: ο αποχωρισμός των κόκκων από τα άχυρα μετά τον αλωνισμό. λοιμός: κάθε μολυσματική και θανατηφόρος νόσος και ειδικότερα η πανούκλα, το θανατικό, η λοιμική, το λοιμικό. λοφίο: θύσανος από φτερά ή τρίχες αλόγου ή νήματα τον οποίο οι στρατιωτικοί φέρουν στο πηλίκιο τους. Λύκειο: γυμνάσιο της αρχαίας Αθήνας. Εξελίχθηκε σε φιλοσοφική σχολή όπου δίδαξε ο φιλόσοφος Αριστοτέλης. λύρα: επτάχορδο ή εννιάχορδο εντατό μουσικό όργανο που παιζόταν με τα δάχτυλα ή με ειδικό πλήκτρο. |
|
μαλάκιο: μεγάλη συνομοταξία υδρόβιων ζώων που έχουν σώμα μαλακό, χωρίς σκελετό και αρθρώσεις. μανδραγόρας: γένος φυτών που περιλαμβάνει 3-4 είδη με ναρκωτικές και άλλες φαρμακευτικές ιδιότητες. μέγαρο: μεγάλο, πολυτελές και μεγαλοπρεπές οικοδόμημα που χρησιμεύει είτε ως κατοικία είτε ως δημόσιο ίδρυμα, μέλαθρον, αρχοντικό. Μελίτη: ένας από τους σημαντικότερους δήμους των Αθηνών, εντός του Άστεως, που ανήκε στην Κεκροπίδα φυλή. Ήταν από τις σημαντικότερες και πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της πόλης. μεσημβρινός: αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο μεσημέρι, ο μεσημεριανός, ο μεσημεριάτικος, ο στραμμένος προς το νότο. μέτοικος: αυτός που προέρχεται από ξένη χώρα και είναι εγκατεστημένος σε κάποια άλλη, μετανάστης, άποικος, έποικος, έπηλυς, αποδημητής. μετουσιώνω: μεταβάλλω την ουσία, αλλάζω τη φυσική υπόσταση, μεταβάλλω κάτι κατά την ουσία του και όχι κατά τη μορφή του. Μήδος: ο κάτοικος της Μηδίας, ορεινής χώρας της Κεντρικής Ασίας μικρογραφία: η τέχνη του μικρογράφου, η αναπαράσταση προσώπου ή αντικειμένου σε μεγάλη σμίκρυνση και με λεπτότατες γραμμές, εικόνα ελαχίστων διαστάσεων και εξαιρετικής λεπτότητας, γραφή με μικροσκοπικά γράμματα. Μιλτιάδης: (περ. 554- 489 π.Χ.) Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός, ο κύριος συντελεστής της μεγάλης ελληνικής νίκης εναντίων των Περσών στο Μαραθώνα. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, γιος του Κίμωνα και πατέρας του επίσης σπουδαίου στρατηγού και πολιτικού Κίμωνα. μπόλια: μαντίλι, ύφασμα συνήθως λεπτό που τυλίγεται στο κεφάλι, εξάρτημα της γυναικείας αμφίεσης. μπουφόνος: κωμικός ηθοποιός |
|
ξεφαίνω: τελειώνω την ύφανση ξώμαχος: ο εργαζόμενος έξω στους αγρούς, ο γεωργός. |
|
ρείθρο: ρεύμα ύδατος, ρυάκι, αυλάκι μέσα στο οποίο ρέει το ύδωρ. ριπίς: ανεμιστήριον με το οποίο δροσίζονται οι γυναίκες, βεντάλια. ρόκα: όργανο που αποτελείται από επιμήκη ράβδο στης οποίας το άκρο υπάρχει το μαλλί ή το βαμβάκι που πρόκειται να γίνει νήμα με το γνέσιμο. ρόμβος: κάθε μη ορθογώνιο παραλληλόγραμμο σχήμα που έχει και τις τέσσερις πλευρές του ίσες. ρόπτρο: μεταλλικό κατασκεύασμα που παριστάνει χέρι που κρατά σφαίρα. Προσαρμόζεται στην εξωτερική επιφάνεια της πόρτας και χρησιμοποιείται για να χτυπά κάποιος. |
|
φαιός: αυτός που έχει χρώμα μεταξύ λευκού και μελανού, σκούρος, μουντός, γκρίζος, σταχτής. φαρμακεία: η χρήση, η παροχή και η χρησιμοποίηση φαρμάκου για θεραπευτικό σκοπό. Φερρές: πόλη της Μαγνησίας, αρχαία πρωτεύουσα, το σημερινό Βελεστίνο, τόπος καταγωγής του Ρήγα Φερραίου. φιάλη: γυάλινο δοχείο στρογγυλόσχημο και στενόλαιμο. φιδίτια: τα συσσίτια σύμφωνα με τους Λακεδαιμονίους. φλόκος: α. μάζα μαλλιού ή νήματος β.πανί καραβιού, γνωστό με τη ναυτική ονομασία αρτέμων. |
|
χαλαρότης: η ιδιότητα του χαλαρού, χαλαρή κατάσταση. χέρνιψ: το νερό με το οποίο πλένουν τα χέρια πριν το φαγητό, τις θυσίες και άλλες θρησκευτικές τελετές. [χειρ+νίπτω] χειριδωτός: χιτώνας με χειρίδες, μανίκια που δημιουργούνται στη σύνδεση του υφάσματος στο ύψος των ώμων χλαίνη: παχύ χειμερινό ιμάτιο από τετράγωνο τεμάχιο υφάσματος που έμπαινε στους ώμους και συγκρατούνταν με περόνη. χλαμύδα: κοντός τριγωνικός μανδύας του οποίου οι δύο άκρες δένονταν με πόρπη μπροστά από τον τράχηλο ή συνηθέστερα στον δεξί ώμο. χλανίδα: είδος λεπτού και ελαφρού μάλλινου επενδύτου που φορούσαν άνδρες και γυναίκες περισσότερο για ομορφιά παρά για να προφυλαχθούν από το ψύχος. |
|
ψέλλιον κόσμημα του χεριού, περικάρπιο, βραχιόλι. ψηφιδωτό: εικόνα τοίχου ή δαπέδου που σχηματίζεται με ποικιλόχρωμες ψηφίδες. |