|
|||||||||||||||||||||||||||
|
| άβατος: | ο μη βατός, αδιάβατος, απάτητος, απρόσιτος [α+ βατός<βαίνω] |
| Άβυδος: | αρχαία πόλη της Τρωάδας, απέναντι από τη Σηστό, πόλη της Θρακικής χερσονήσου. |
| Αδριατική: | η θάλασσα που βρίσκεται μεταξύ Ιταλίας και Νοτιοσλαβίας. |
| άδυτος: | τόπος ή μέρος όπου δεν επιτρέπεται να εισδύει κάποιος. |
| άδυτο: | το εσώτερο μέρος του ναού, το λεγόμενο και άβατο, γιατί μόνο στους ιερείς επιτρέπεται η είσοδος σ' αυτό. |
| Άλυς: | ποταμός της Μικράς Ασίας που πηγάζει από την Παφλαγονία και εκβάλλει στον Εύξεινο Πόντο. Ο Ηρόδοτος περιγράφει πως στη διάρκεια της πολεμικής σύγκρουση Κύρου και Κροίσου ο Θαλής ο Μιλήσιος κατάφερε να κάνει εκτροπή της ροής των υδάτων του. |
| αμαξιτός: | δρόμος κατάλληλος για άμαξα, αμαξόδρομος, δρόμος μέσα από τον οποίο μπορούν να περνούν άμαξες. [άμαξα + ιτός > είμι= πορεύομαι] |
| ανακρούω: | ωθώ προς τα πίσω, αναχαιτίζωεπί πλοίων: προχωρώ με την πρύμνη, υποχωρώ, ανακρούω πρύμναν: υποχωρώ [μεταφορικά] |
| ανωφερής: | Ανηφορικός, ο φέρων άνω. Το αντίθετο: κατωφερής. |
| άπατος: | αυτός που δεν έχει πάτο, άβυθος, απύθμενος μεταφορικά: άπειρος. |
| απρέπεια: | αγένεια, η άγνοια και παράβαση του πρέποντος σε θέματα συμπεριφοράς. |
| άρμη: | το θαλάσσιο νερό, η αρμύρα, διάλυμα μαγειρικού άλατος σε νερό που χρησιμοποιείται για συντήρηση των τροφών. [αλς,αλός= θάλασσα,πρβλ.αλιεύς, άλας,παράλιος] |
| Ασσύριος: | ο κάτοικος της Ασσυρίας ή ο καταγόμενος από αυτήν. Η Ασσυρία ήταν χώρα της κεντρικής Ασίας, στο βόρειο τμήμα της κοιλάδας του Ευφράτη. |
| άτι: | άλογο, ίππος πολεμικός,ακμαίος |
| αφροσύνη: | Αμυαλιά [α+ φρην, φρενός= νους, σκέψη, λογική] |
| Γέλων: | τύραννος των Συρακουσών |
| Δεκέλεια: | οικισμός της Αττικής, του δήμου Αχαρνών, το σημερινό
Τατόϊ. Εκεί στρατοπέδευσαν υπό τον Αρχίδαμο οι Σπαρτιάτες κατά την τρίτη
περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου, περίοδος που ονομάζεται γι' αυτό
Αρχιδάμειος ή Δεκελεικός πόλεμος. |
| δήμευση: | η κατάσχεση από το δημόσιο της περιουσίας κάποιου προσώπου και η πώληση αυτής προς όφελος του δημοσίου. Η δήμευση ήταν συνυφασμένη με τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων και επιβαλλόταν ως ποινή σε άτομα επιβλαβή για την πόλη. |
| Δίδυμα: | α. κώμη της επαρχίας Ερμιονίδας , δυτικά
του όρους Διδύμου, 42 χλμ. από το Ναύπλιο. β. περιοχή της Μιλήτου, όπου βρισκόταν ναός και μαντείο που καταστράφηκαν και συλήθηκαν από τους πολιορκητές Πέρσες και Φοίνικες μετά την Ιωνική επανάσταση. |
| εγκάρσιος: | αυτός που τέμνει κάτι σε ορθή γωνία. Ειδικότερα αυτός που τέμνει κάτι κάθετα προς τον κατά μήκος άξονά του. [ εν+ κάρα=κεφάλι] |
| Ερυθραί: | κωμόπολη της επαρχίας Μεγαρίδας, στην ανατολική πλαγιά του Κιθαιρώνα, σε υψόμετρο 400 μέτρα, στο 58ο χιλιόμετρο της οδού από την Αθήνα προς τη Θήβα, το σημερινό Κριεκούκι. |
| εσχατιά: | το έσχατο σημείο, το τελευταίο όριο, το τέρμα, η απομακρυσμένη περιοχή |
| Ιβηρική: | η χερσόνησος που περιλαμβάνει την Ισπανία και Πορτογαλλία και βλέπει ανατολικά στη Μεσόγειο και δυτικά στον Ατλαντικό ωκεανό. |
| ιππαγωγός: | ο άγων ίππους, αυτός που μεταφέρει άλογαειδική κατηγορία φορτηγών πλοίων που χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά των αλόγων στις εκστρατείες. [ίππος+άγω] |
| κάβος: | ακρωτήρι ψηλό, χοντρό σκοινί των πλοίων |
| κάθιδρος: | καταϊδρωμένος |
| Καμβύσης: | βασιλιάς των Μήδων, διάδοχος του Κύρου, ο κατακτητής της Αιγύπτου. |
| Κείος: | ο καταγόμενος από το νησί Κέα. Γνωστός ο λυρικός ποιητής και επιγραμματοποιός Σιμωνίδης ο Κείος. |
| Κλεομένης: | Όνομα τριών βασιλέων της Σπάρτης. Ο Α΄ βασίλευσε το διάστημα 520-487 π.Χ. και είναι αυτός που αναφέρεται από τον Ηρόδοτο. Ο Κλεομένης ο Β΄ έζησε κατά τον τέταρτο αιώνα και βασίλευσε το διάστημα 370-310 π.Χ. και ο Γ΄, γιος του Λεωνίδα του Β΄ , βασίλευσε το διάστημα 235-219. |
| λινάρι: | είδος φυτού και το νήμα που γίνεται από αυτό. Πρβλ. λινός, λινοθήκη |
| λογιούμαι: | λογίζομαι, υπολογίζω, σκέφτομαι και σαν παθητικό υπολογίζομαι, λογαριάζομαι |
| Λοξίας: | προσωνυμία του Δελφικού Απόλλωνα, αναφορά στη μαντική του ιδιότητα και στο δυσερμήνευτο των χρησμών. |
| μηδισμός: | Υιοθέτηση των συνηθειών των Μήδων, υπεράσπιση των συμφερόντων τους, εξυπηρέτηση των σκοπών τους, συμμαχία μαζί τους, προδοτική στάση, έλλειψη πατριωτισμού. Στη διάρκεια των Περσικών πολέμων πολλοί Έλληνες εμήδισαν, από φόβο ή υπολογισμό. |
| μίτρα: | κάλυμμα του κεφαλιού που φορούσαν οι ηγεμόνες των ανατολικών χωρών, αλλά και αντίστοιχο διακοσμητικό κάλυμμα του κεφαλιού των γυναικών. |
| μπροστάρης: | το κριάρι που οδηγεί το κοπάδιμεταφορικά: ο πρωτοπόρος, ο οδηγός |
| όμηρος: | πρόσωπο που κρατιέται με τη βία σαν εγγύηση |
| Οπούντιος: | Προσωνυμία των Λοκρών.Οι Οπούντιοι Λοκροί, πόλη της Λοκρίδας, ίδρυσαν αποικία στην Κάτω Ιταλία, τους Επιζεφύριους Λοκρούς. |
| οσάκις: | κάθε φορά που, όποτε |
| παγανίζω: | καταδιώκω θηράματα μαζί με άλλους, κάνω παγάνα πρβλ παγανιά |
| Πανιώνιο: | αυτό που ανήκει ή αναφέρεται σε όλους τους Ίωνες ή σε ολόκληρη των Ιωνία, το φυλετικό και θρησκευτικό τους κέντρο στη Μυκάλη. |
| πάπυρος: | είδος φυτού της Αιγύπτου από το οποίο κατασκεύαζαν οι αρχαίοι υλικό γραφής, κείμενο γραμμένο σε πάπυρο |
| παραπέτασμα: | κουρτίνα ή διαχωριστικό διάφραγμα χώρου |
| πεντηκόντορος: | πολεμικό πλοίο με πενήντα κωπηλάτες[πεντήκοντα+ ερ-έτης= κωπηλάτης, πρβλ. υπ-ηρεσία] |
| Πίσα: | αρχαία πόλη της Ηλείας, κοντά στην αρχαία Ολυμπία. Άποικοι της πόλης αυτής ίδρυσαν στην Ιταλία τη σημερινή Πίζα. |
| πλατάγισμα: | κρότος παραγόμενος από δύο αλληλοσυγκρουόμενα αντικείμενα |
| πλέθρο: | μονάδα μήκους των αρχαίων [29,57 μ. σημερινά] και μονάδα μέτρησης επιφανειών που ισοδυναμεί με 8.740 τ.μ. |
| ποδήρης: | αυτός που φτάνει μέχρι τα άκρα των ποδιών, αυτός που έρχεται ως τα πόδια. |
| πολέμαρχος: | αρχηγός στρατεύματος σε πόλεμο, προσωνυμία του αθηναίου στρατηγού που είχε την αρχηγία των πολεμικών επιχειρήσεων |
| προσεταιρίζομαι: | παίρνω κάποιον με το μέρος μου [προς+ εταίρος= σύντροφος] |
| πρώρα: | πλώρη, το μπροστινό μέρος του καραβιού, πρβλ. βάζω πλώρη=ξεκινώ το ταξίδι |
| ρήγμα: | βαθιά ρωγμή, μεταφορικά: ρήξη, διαφωνία |
| Σαρδώ: | α.αρχαία πόλη της Μικράς Ασίας στην κοιλάδα του
Έρμου. Υπήρξε πρωτεύουσα της αρχαίας Λυδίας, κατακτήθηκε από τους Πέρσες,
το Μ. Αλέξανδρο και τους Ρωμαίους. Β. το νησί Σαρδηνία που βρίσκεται στη Μεσόγειο, δυτικά της Σικελίας. |
| σατράπης: | διοικητής σατραπείας[επαρχίας] στην αρχαία Περσία |
| Σιδώνα: | πόλη της Φοινίκης, περίφημη για τα πλοία της |
| σιμιγδάλι: | αλεύρι ανώτερης ποιότητας που παρασκευάζεται από σκληρό σιτάρι |
| σκευοφόρος: | όχημα ή μέρος οχήματος προορισμένο για τη μεταφορά αποσκευών |
| σκουτί: | σκέπασμα ή κάλυμμα από χοντρό μάλλινό ύφασμα. |
| Στρυμόνας: | ποταμός της Μακεδονίας που πηγάζει από το όρος Βίτος της Βουλγαρίας και μπαίνει στην Ελλάδα μέσα από τα στενά του Ρούπελ. |
| στενωπός: | στενός δρόμος |
| Στυρεύς: | κάτοικος των Στύρων, κώμης της νότιας Εύβοιας |
| σφενδονιστής: | οπλίτης που μάχονταν με σφενδόνα, δερμάτινο λουρί με το οποίο εκσφενδονίζονταν πέτρες σε μακρινή απόσταση. |
| σφραγιδόλιθος: | μικρός ημιπολύτιμος λίθος με έγγλυφες ή ανάγλυφες παραστάσεις ή γράμματα που χρησιμοποιούνταν για σφραγίδα. |
| Τεγεάτης: | κάτοικος της Τεγέας, πόλης της Αρκαδίας |
| τιάρα: | α. στέμμα των αρχαίων Περσών βασιλέων β. κάλυμμα του κεφαλιού του Πάπα |
| Τμώλος: | όρος της Μικράς Ασίας, στη Λυδία, ανατολικά τηςΣμύρνης |
| Τραχίνιος: | κάτοικος της Τραχίνας, πόλης της Φθιώτιδας, κοντά στις Θερμοπύλες. Τραχίνιαι είναι τραγωδία του Σοφοκλή που αναφέρεται στο μυθικό ήρωα Ηρακλή. Η τραγωδία αυτή παίρνει τον τίτλο της από τις γυναίκες του χορού που είναι Τραχίνιες, κάτοικοι δηλ. της Τραχίνας. |
| τυμπανισμός: | το χτύπημα ή το παίξιμο του τυμπάνου,η εξομοίωση με το τύμπανο, η διόγκωση, το πρήξιμο |
| Τυρρηνική: | η θάλασσα δυτικά της Ιταλίας που περιλαμβάνει τα νησιά Σικελία, Σαρδηνία, Κορσική. |
| υπόδικος: | κατηγορούμενος που δεν έχει ακόμα δικαστεί. |
| υποζύγιο: | ζώο που βρίσκεται υπό ζυγόν, μεταφέρει φορτίο ή σέρνει όχημα. |
| υφάδι: | το νήμα του αργαλειού που πλέκεται εγκάρσια προς το στημόνι. |
| φαιδρός: | φωτεινός, χαρούμενος, λαμπερός, αστείος, γελοίος |
| φαρέτρα: | θήκη για τα βέλη τόξου |
| ψιλός: | λεπτόςγυμνός, πρβλ. απο-ψίλωση, ελαφρά οπλισμένος στρατιώτης |