ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ Ο ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ - ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ / ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ
 

 

1. Πολιτισμός του χιτώνα και του ιματίου

Ο κλασικός πολιτισμός μπορεί πραγματικά να χαρακτηρισθεί ως ο πολιτισμός του χιτώνα και του ιματίου. Είναι φανερό ότι η άνεση που πρόσφερε η ενδυμασία αυτή στις καθημερινές κινήσεις εξέφραζε ένα πνεύμα χαλαρότητας που ταιριάζει στον ελεύθερο τρόπο ζωής και τη λειτουργία της δημοκρατίας. Η ενδυματολογική αυτή άνεση είναι πολύ μακριά από το στυλιζαρισμένο και πιο πολύπλοκο ντύσιμο των ανακτορικών χρόνων του Κρητομυκηναϊκού πολιτισμού. Το ενδυματολογικό δίδυμο του χιτώνα και του ιματίου λειτουργούσε ως εικόνα και σύμβολο της εσωτερικής αρμονίας και ισορροπίας του πολίτη. Η σωστή περιβολή και χρήση τους συγκρατούσε τον πολίτη μέσα στα πλαίσια του καθωσπρεπισμού και τον προφύλασσε από ακρότητες. Το ότι η ενδυμασία αυτή απέκτησε συμβολική αξία και σημασία φαίνεται από το εξής: ο βασιλιάς των Περσών ζήτησε από το Θεμιστοκλή να φορεί στολή βαρβαρική, όπως είχε ζητήσει κι απ' το Δημάρατο. Στα άλλα δώρα που του έδωσε πρόσθεσε και μια τέτοια στολή, ώστε να μη ξαναφορέσει ποτέ το ελληνικό ιμάτιο. [Βλ. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί , 1.54.1-7.]

2. Η εθιμοτυπία

Υπήρχε μια ολόκληρη εθιμοτυπία για τη χρήση των ρούχων. Το ιμάτιο ριχνόταν στον αριστερό ώμο, κρατιόταν με τον βραχίονα κι ύστερα αγκάλιαζε την πλάτη κι ερχόταν στη δεξιά πλευρά πάνω ή κάτω από το δεξί χέρι απ' όπου ριχνόταν και πάλι στον αριστερό ώμο. Ο Ποσειδώνας όταν βλέπει τον βάρβαρο Τριβαλλό να μη τηρεί αυτή τη συνήθεια τον επιπλήττει. "Ποσειδών: Τι κάνεις μωρέ συ; Το ιμάτιο ρίχνεις αριστερά; Για ρίξτο από την άλλη. Μήπως είσαι σακάτης κακομοίρη;" [Αριστοφάνους, Όρνιθες, στ.1568-69, μτφρ. Θρασ. Σταύρου.]

Επισημάνθηκε αυστηρά η παρεκτροπή ορισμένων ρητόρων που υιοθέτησαν έντονες χειρονομίες στους λόγους τους κι έβγαζαν το χέρι τους έξω από το ιμάτιο για λόγους εντυπωσιασμού. Ο Αισχίνης επισημαίνει ότι η συνήθεια των ρητόρων να μιλούν με το χέρι έξω από το ιμάτιο θεωρούνταν παλιά δείγμα θράσους και οι ρήτορες την απέφευγαν. [ Βλ. Αισχίνης, Κατά Τιμάρχου, 25.4-6.]

Η εισαγωγή του ιωνικού χιτώνα και η επίδειξη της πολυτέλειας έγινε αντικείμενο αυστηρής κριτικής. Οι καλασίρεις, οι ποδήρεις χιτώνες, που σέρνονταν προκάλεσαν δυσαρέσκεια και θεωρήθηκαν επιδειξιομανία. Αυτό απαγορευόταν, όπως απαγορευόταν επίσης το "ταχέως βαίνειν" και το "μέγα φθέγγεσθαι". Ο Άρχιππος επισημαίνει ότι σχολιαζόταν έντονα ο γιός του Αλκιβιάδη που έσερνε το χιτώνα του για να φανεί πως μοιάζει με τοιν πατέρα του. [Βλ. Χαρ. Ι. Βουλοδήμου, Περί του ιδιωτικού βίου των αρχαίων ελλήνων, τ.1, σ. 368.]

3. Η πολυτέλεια


Η επικράτηση του ιωνικού τρόπου στην ένδυση άνοιξε την πόρτα στην εκζήτηση και την πολυτέλεια. Η μόδα της ιωνικής ενδυμασίας αποκορυφώθηκε με τη χρήση του κρωβύλου. Ήταν ένα χρυσό στολίδι της κόμης που έμοιαζε με χρυσό τζιτζίκι. Τοι φορούσαν στα μαλλιά τους οι Αθηναίοι την εποχή των Περσικών πολέμων

Ο Δημόκριτος ο Εφέσιος περιγράφει παραστατικά τα ιμάτια των Ιώνων. Είναι μενεξελιά και πορφυρά και κίτρινα, υφαντά με σχέδια ρόμβων, και οι άκρες τους είναι διακοσμημένες σε ίσα διαστήματα με ζωικές μορφές. Υπάρχουν μακροί χιτώνες, οι καλασίρεις, πορφυρές, μενεξελιές και μαβιές. Οι περσικές καλασίρεις θεωρούνται ανώτερες απ' όλες. [ Βλ. Χαρ. Ι. Βουλοδήμου, Περί του ιδιωτικού βίου των αρχαίων ελλήνων, τ.1, σ. 400.]

Ο συβαριτισμός έγινε συνώνυμο της πολυτέλειας και του πλούτου που επικρατούσε στη Σύβαρη, ελληνική αποικία της Κάτω Ιταλίας. Το επόμενο κείμενο είναι ενδεικτικό: "Ο Συβαρίτης Αλκισθένης έφτιαξε ένα ιμάτιο τόσο πολυτελές και θαυμαστό, ώστε να εκτεθεί στη γιορτή της Ηρας όπου συγκεντρώνονται όλοι οι Ιταλιώτες. Απ' όσα παρουσιάζονταν εκεί, εκείνο το ιμάτιο περισσότερο απ' όλα θαυμαζόταν." [Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 12.58.1- 7, μτφρ. Μιχ. Δήμου.]

Ακόμα και οι φιλόσοφοι δεν έμειναν ανεπηρέαστοι, όπως φαίνεται απ' το επόμενο κείμενο: "Ο Αντιφάνης συνομιλώντας με τον Ανταίο για την τρυφηλότητα των φιλοσόφων έλεγε: " Φίλε μου, μαντεύεις ποιος τέλος πάντων είναι αυτός ο γέροντας; Από την όψη του δείχνει "ελληνικός": Λευκή χλανίδα, φαιός χιτωνίσκος ωραίος, απαλό καπελάκι, καλοφτιαγμένο μπαστούνι [...] τι περισσότερο να πω; Βλέπω την Ακαδημία αυτοπροσώπως ". [Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 12.63.51-58, μτφρ. Μιχ. Δήμου.]

Στις πόλεις της Ανατολής η πολυτέλεια έφτασε στα όρια της εκζήτησης και της επιδειξιομανίας. Η παρακάτω περιγραφή το αποδεικνύει: "Πάνω σ' αυτή την εξέδρα υπήρχε άγαλμα του Διονύσου ύψους δέκα πήχες [...] από χρυσάφι. Φορούσε πορφυρό χιτώνα και πάνω απ' αυτόν διαφανή χιτώνα σε χρώμα κρόκου. Είχε περιβληθεί ιμάτιο πορφυρό χρυσοποίκιλτο και μπροστά του βρισκόταν λακωνικός κρατήρας χρυσός [...] και χρυσός τρίποδας πάνω στον οποίο υπήρχαν χρυσό θυμιατήρι και δυο φιάλες χρυσές." [Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 5.28.3-10, μτφρ. Μιχ. Δήμου.]

Οι Μακεδόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπως άλλωστε κι ο ίδιος, δεν αντιστάθηκαν σ' αυτή την τάση. "Όπως λένε, οι σύντροφοι του Αλέξανδρου αρέσκονταν σε υπερβολική πολυτέλεια. Ένας απ' αυτούς φορούσε χρυσά καρφιά στις σόλες των παπουτσιών του." [Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 12.55.15-20, μτφρ. Μιχ. Δήμου.]

4. Οι αχίτωνες

Γρήγορα βέβαια παρουσιάστηκαν αντιδράσεις σ' αυτή την τάση και η λιτότητα απόχτησε τους οπαδούς και τους υποστηρικτές της. Οι αχίτωνες που δεν είχαν τίποτε άλλο από ένα ιμάτιο, χειμώνα -καλοκαίρι, δεν ήταν μόνο οι φτωχοί, αλλά και πολλοί φιλόσοφοι, όπως ο Σωκράτης που προτιμούσε μάλιστα να περπατά ξυπόλυτος, όπως φαίνεται στο παρακάτω κείμενο: "Ζεις λοιπόν έτσι που ούτε δούλος στην εξουσία δεσπότη δε θα το υπόμενε, τρως και πίνεις τα χειρότερα και φοράς ιμάτιο όχι μόνο της συμφοράς αλλά το ίδιο χειμώνα καλοκαίρι και γυροφέρνεις ξυπόλητος κι αχίτων. Χρήματα δεν παίρνες που δίνουν χαρά να τα αποκτάς και ζείς καλύτερα μ' αυτά. Κι αν οι δάσκαλοι απαιτούν από τους μαθητές τους να τους μιμούνται, να το ξέρεις πως είσαι δάσκαλος της κακοδαιμονίας." [ Ξενοφώντος, Απομνημονεύματα, 1.6.2.4-4.1, μτφρ. Μιχ. Δήμου].

5. Οι λακωνίζοντες

Ακραία εκδήλωση αυτής της τάσης ήταν η αντίδραση των λακωνιζόντων. Οι λακωνίζοντες ήταν οι Αθηναίοι που δυσαρεστημένοι από την πολυτέλεια και την τρυφή που άρχισε να επικρατεί, προτίμησαν να υιοθετήσουν τα αυστηρά ήθη των Σπαρτιατών στην ένδυση, την κόμμωση, ακόμα και τη διατροφή. Φορούσαν λοιπόν αντί για χιτώνες και ιμάτια, τον σπαρτιατικό τρίβωνα, το κύριο ένδυμα των Σπαρτιατών, ένα είδος μάλλινου επενδύτη που φορούσαν χειμώνα καλοκαίρι για να σκληραγωγούν το σώμα τους στη ζέστη και στο κρύο.

6. Άλλος ενδυματολογικός εξοπλισμός

εξωμίς η πιο απλή μορφή χιτώνα, άφηνε τον δεξιό ώμο γυμνό, διευκολύνοντας το δεξιό χέρι στις εργασίες, ήταν το ρούχο των φτωχών, των εργατών και των δούλων. Χρησιμοποιούνταν στις κωμωδίες και χαρακτηρίζεται ως "κωμική εσθής" , "χιτών λευκός, άσημος, κατά την αριστεράν πλευράν ραφήν ουκ έχων, άγναμπτος". [Πολυδεύκους Ονομαστικόν 4.118., Βλ Χαρ. Ι.Βουλοδήμου, Περί του ιδιωτικού βίου των αρχαίων ελλήνων, τ.1, σ. 381.]
χλαίνη: ήταν παραλλαγή του ιματίου, κατασκευασμένη από σκληρότερο και όχι καλά κατεργασμένο μαλλί. Ήταν άκομψη, παρείχε όμως προστασία από το κρύο. Συχνά χρησιμοποιούνταν και σαν στρωσίδι ή και σκέπασμα.
διφθέρα δέρμα ζώων, συνήθως προβιά, σαν ένδυμα. Οι βοσκοί και οι ξωμάχοι δεν αποχωρίζονταν την προβιά, τη "διφθέρα" τους κι αποκαλούνταν από τους άλλους "διφθερίαι".
χλαμύδα ήταν ένας μανδύας που στερεωνόταν με πόρπη στον ώμο ή δενόταν μπροστά στο λαιμό κι αφηνόταν ελεύθερος γύρω από το σώμα. Τον φορούσαν οι ταξιδιώτες και οι ιππείς, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία. Τη χλαμύδα φορούσαν και οι έφηβοι όταν έβγαιναν από την παιδική ηλικία και μέχρι να μπουν στην ανδρική. Η ενδυμασία αυτή είχε μυητικό χαρακτήρα.
σάνδαλα η απλούστερη μορφή παπουτσιού, δερμάτινη βάση στο σχήμα του ποδιού, στερεώνεται με ιμάντες στο πόδι
εμβάς, ένα είδος μπότας, συχνά με εσωτερική επένδυση και ρεβέρ στην απόληξή της, χρησιμοποιείται συνήθως στα ταξίδια
ενδρομίς, σαν την εμβάδα χωρίς όμως ρεβέρ στην απόληξή της
κόθορνος, λυδικής προέλευσης, με υψηλή σόλα, φοριόταν και στα δυο πόδια
πίλος απλούστερη μορφή καπέλου, από ψάθα
κυνή στρογγυλό καπέλο, εφαρμοστό, από δέρμα σκύλου.
πέτασος, καπέλο των ταξιδιωτών, στηριζόταν με ιμάντα στο λαιμό.
βακτηρία το μπαστούνι που συνήθιζαν να κρατούν στην έξοδό τους οι Αθηναίοι

7. Τύποι ενδυμασιών

Στο θέατρο παγιώθηκε η χρήση ορισμένων ενδυμάτων για διάφορους χαρακτήρες. Πρόκειται για μια πρώιμη τυποποίηση που αργότερα θα πάρει ευρύτερες διαστάσεις. Σύμφωνα με επισήμανση του Ευάνθιου, στους κωμικούς γέροντες φοριέται λευκό ένδυμα που μνημονεύεται πως είναι το πιο αρχαίο, ενώ στους νεαρούς δίνονται χρωματιστά ενδύματα, πορφυρά για τον πλούσιο, σταχτοπράσινα για το φτωχό, πορφυρή χλαμύδα για το στρατιώτη. [Βλ. Χαρ. Ι. Βουλοδήμου, Περί του ιδιωτικού βίου των αρχαίων ελλήνων, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα, 1997, τ.1, σ. 381.]

Η κατασκευή των υφασμάτων και των ρούχων από οικοτεχνία εξελίχθηκε σε βιοτεχνία που δημιούργησε επίσης ένα ενδυματολογικό τυπολόγιο. Έτσι έγιναν περίφημοι οι λινοί πολυτελείς χιτώνες της Αμοργού, όπως και οι μακριές ρόμπες, ασιατικής τεχνοτροπίας, οι καλασίρεις, που κατασκευάζονταν στην Κόρινθο. Από τη Σικελία εισάγονταν στην Ελλάδα φτηνά ενδύματα από λινάρι, γνωστές στο πανελλήνιο ήταν οι φτηνές, λαϊκές εξωμίδες των Μεγάρων, ενώ από τη Μίλητο, την Κύπρο και τη Χίο εξάγονταν περίφημα κεντητά υφάσματα. [Βλ. Robert Flacelière, O δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Γερασ. Δ. Βανδώρου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1986, σ.198.]

Η βαθμιαία εξειδίκευση στο χώρο της υφαντικής, όπως και σε άλλους εργασιακούς χώρους, συντέλεσε ασφαλώς σ' αυτή την ενδυματολογική ποικιλία. Το θέμα σχολιάζει ο Ξενοφών: "Στις μεγάλες πόλεις επειδή ο καθένας έχει ανάγκη από πολλά πράγματα αρκεί και μια τέχνη για να ζήσει κάποιος, πολλές φορές μάλιστα όχι ολόκληρη, αλλά μέρος της. Έτσι άλλος φτιάχνει υποδήματα αντρικά, άλλος γυναικεία, άλλος εξειδικεύεται στη ραφή των υποδημάτων, άλλος στην κοπή, άλλος στο να κονταίνει τους χιτώνες [...] Φαίνεται φυσικό αυτός που καταπιάνεται με κάτι ειδικό, να αποδίδει καλύτερα στη δουλειά του." [Ξενοφώντος, Κύρου Παιδεία, 8.2.6.1- 8, μτφρ. Μιχ. Δήμου.]

Οι ιστορικοί συγγραφείς μας δίνουν αρκετές πληροφορίες για τις ενδυματολογικές προτιμήσεις άλλων λαών. Το κείμενο του Ξενοφώντα που ακολουθεί μας περιγράφει πολύ παραστατικά πόσο οι ασιατικές ενδυμασίες δυσκόλευαν τους πέρσες πολεμιστές στις κρίσιμες στιγμές της μάχης: " [...] έριξαν τους πορφυρούς κάνδυς όπου έτυχε να βρίσκεται ο καθένας τους κι άρχισαν να τρέχουν σαν να ήταν νικητές και μάλιστα στις πλαγιές ενός λόφου φορώντας αυτούς τους πολυτελείς χιτώνες και τις χρωματιστές περισκελίδες, ενώ μερικοί είχαν και εσάρπες τυλιγμένες στο λαιμό τους και φορούσαν στα χέρια τους βραχιόλια." [Ξενοφώντος, Κύρου Παιδεία, 1.5.8.3-8, μτφρ. Μιχ. Δήμου.]

Στο επόμενο κείμενο του Ξενοφώντα βλέπουμε πως το μακιγιάζ των αντρών ήταν συνηθισμένο στη χώρα των Μήδων. "Μόλις έφτασε ο Κύρος και γνώρισε τον πατέρα της μητέρας του, τον Αστυάγη, αμέσως τον ασπάστηκε με αγάπη σαν να είχαν ζήσει μαζί χρόνια και τον ασπάστηκε για δεύτερη φορά παρατηρώντας πως αυτός ήταν καλλωπισμένος με βάψιμο των ματιών του και χρωματισμό του προσώπου του και με μαλλιά πρόσθετα που είναι συνηθισμένα στους Μήδους". [Ξενοφώντος, Κύρου Παιδεία, 1.3.2.1-11, μτφρ. Μιχ. Δήμου.]