α. Απ' το όψον στο...οψώνιον
Κάθε συμπλήρωμα της διατροφής των δημητριακών αποκαλούνταν όψον. Ο άρτος
ήταν το οικιακό παρασκεύασμα, η βάση της διατροφής που συμπληρωνόταν
με άλλα διατροφικά είδη που η οικογένεια προμηθεύονταν από την αγορά.
Από την ρίζα της λέξης αυτής στη σύνθεση με το ώνιον δημιουργήθηκε η
λέξη οψώνιον και τα σημερινά ψώνια γενίκευσαν την έννοια που περιοριζόταν
στο χώρο της βρώσης .Ο δούλος που συνόδευε τον κριό του στα ψώνια ή
τα αναλάμβανε μόνος του λεγόταν οψώνος .
β. μια εικόνα της αρχαίας ...λαϊκής αγοράς
"Όλοι αυτοιί που έχουν κάτι να πουλήσουν, δούλοι με υφάσματα που μόλις
τα έχουν φτιάσει, τεχνίτες του Κεραμεικού, της Μελίτης
και από τη συνοικία Σκαμβονίδαι,
χωρικοί που έχουν ξεκινήσει από τα χωριά τους πριν από την αυγή, Μεγαρίτες
που σπρώχνουν μπροστά τους τα γουρούνια τους, ψαράδες της λίμνης Κωπαϊδας
διασταυρώνονται παντού[...] Συνέχεια η μια μετά την άλλη , στις ώρες
που ορίζει ο κανονισμός, ανοίγουν η αγορά των λαχανικών, των φρούτων,
των τυριών, των ψαριών, τα κρεοπωλεία και αλλαντοπωλεία, η αγορά των
πουλερικών και του κυνηγιού, του κρασιού, των ξύλων, των αγγείων, τα
παλιατζίδικα, τα μαγαζιά που πουλάνε σιδερικά. Υπήρχε επίσης μια γωνιά
και για βιβλία". G.Glotz, Le travail dans la Grece antique, 345-346
γ. η κρεοφαγία
Η κρεοφαγία ήταν αρχικά συνδεδεμένη με τις ζωοθυσίες και ήταν μέρος
της λατρευτικής τελετής. Οι συμμετέχοντες έτρωγαν το κρέας του ζώου
που είχε θυσιαστεί στη θεότητα. Τόσο ο Ξενοφών όσο και ο Πλάτων πρότειναν
την αντικατάσταση των ζώων με αγνά θύματα, φυτικά δηλαδή παρασκευάσματα.
Μια πρώιμη εκδήλωση ζωοφιλίας ή οικολογικής συνείδησης, όσο και μια
ένθερμη υποστήριξη της φυτοφαγίας. "Κι ακούμε ότι σε άλλους λαούς δε
τολμούσαν να γευθούν βόειο κρέας και δε θυσίαζαν στους θεούς ζώα, αλλά
πρόσφεραν πίτες και καρπούς ποτισμένους στο μέλι κι άλλα τέτοια αγνά
ήταν τα "θύματά" τους κι απέφευγαν τις σάρκες μη θεωρώντας όσιο να τις
τρώνε ούτε και τους βωμούς των θεών να μολύνουν με αίμα". [Πλάτωνος,
Νόμοι,782.c.2- d.1]
Στα Ομηρικά έπη φαίνεται πως το κρέας μαζί με το ψωμί αποτελεί την αποκλειστική
διατροφή. "Ο Εύβουλος με τη κωμική του χάρη το επισημαίνει: ανέφερε
πουθενά ο Όμηρος να τρώει ψάρι κάποιος από τους Αχαιούς; Κρέατα μονάχα,
και μάλιστα ψητά, γιατί κανέναν δεν παρουσίασε να μαγειρεύει."[Αθήναιος,
Δειπνοσοφισταί, 1.46.3-7]
Το κρέας παρέμεινε στην κορυφή της διατροφής και στην κλασική εποχή.
Στο παρακάτω κείμενο φαίνονται οι προτιμήσεις ενός μάλλον εκλεκτικού
κι απαιτητικού καλοφαγά. Από τα πρόβατα προτιμά τον αρνό, το μικρό αρνάκι,
και μάλιστα τα πολύ μικρά, που δεν το κούρεψαν για το μαλλί του, κι
απ' τα αιγοειδή τα ερίφια, ακούρευτα επίσης. Στις προτιμήσεις του περιλαμβάνονται
επίσης: το κοπαδίσιο βόδι- αγελαίος βούς, ο ψηλόκορμος τράγος-τράγος
ο υλιβάτης, αίγα αεικίνητη-αίγα ουρανία, ευνουχισμένο κριάρι-κριός τομίας,
ευνουχισμένος κάπρος-κάπρος εκτομίας, χοίρος όχι ευνουχισμένος-υς ου
τομίας, γουρουνόπουλο -δέλφαξ [Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 9.66.17-9.66.29]
Αυτό βέβαια το τελευταίο κόστιζε κάπως ακριβά. Τρεις ολόκληρες δραχμές,
ένα μεροκάματο της εποχής του Αριστοφάνη που μας δίνει και τη σχετική
πληροφορία. [Αριστοφάνους, Ειρήνη,στ.374]
δ.Το κυνήγι
Το κυνήγι ήταν προσφιλής απασχόληση των αρχαίων και τα θηράματα αποτελούσαν
μέρος της διατροφής τους. Ο Ξενοφώντας περιγράφει στον "Κυνηγετικό"
του τις διάφορες τεχνικές του κυνηγιού, τη χρήση των παγίδων ή των διχτυών,
καθώς και την εκπαίδευση των κυνηγετικών σκυλιών. [Βλ. Robert Flacelière,
O δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Γερασ. Δ. Βανδώρου,
εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1986, σ.229] Οι λαγοί είχαν το νοστιμότερο κρέας.
Υπήρχαν πολλοί στην αρχαία Αθήνα γιατί πολλαπλασιάζονταν εύκολα. Φυσικά
και τα αγριογούρουνα δε σπάνιζαν. Εκλεκτά εδέσματα ήταν τα πουλιά. Το
σπόρ της ορνεοθηρευτικής δεν καταφρονούσαν ούτε οι ήρωες, όπως επισημαίνεται
παρακάτω: "Οι ήρωες δεν άφηναν ελεύθερο τον αέρα στα πουλιά, αλλά έστηναν
παγίδες και δίχτυα. Γυμνάζονταν στην ορνεοθηρευτική και στην τοξοβολία
κρεμώντας το περιστέρι δεμένο με σκοινί στό κατάρτι πλοίου και ρίχνοντάς
του βέλη από μακριά.[Ιλιάς,Ψ825] [Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 1.46.13-19]
|