ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ - Ο ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ - ΣΥΜΠΟΣΙΑ -
ΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ / ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ
 

 

 

 

 

 

 

1. Ο πολιτισμός των...συμποσίων

Ο αρχαίος έλληνας είχε συνδέσει τη ζωή του με την πόλη του τόσο πολύ, ώστε μετέφερε τη δημόσια ζωή και στο σπίτι του. Ο ανδρώνας ήταν ουσιαστικά η μικρογραφία της αγοράς «εν οίκω» και το συμπόσιο, που ο οικοδεσπότης οργάνωνε κατά καιρούς, ήταν η επέκταση των δημοσίων συζητήσεων σ' ένα χώρο ιδιωτικό. Πρόκειται σίγουρα για επιβίωση και μετασχηματισμό μιας παλιότερης συνήθειας που με τη μορφή της συγκέντρωσης, της «αγοράς», συναντούμε και στα Ομηρικά έπη.
Η ετυμολογία της λέξης συμπόσιο φανερώνει ότι είναι αφιερωμένο περισσότερο στην πόση παρά στη βρώση, στο ποτό παρά στο φαγητό. Ωστόσο οι γαστριμαργικές απολαύσεις δεν υποτιμούνταν καθόλου, αφού μάλιστα το πρώτο μέρος του συμποσίου ήταν αποκλειστικά αφιερωμένο σ' αυτές. Όταν όμως αποσύρονταν τα πιάτα κι έφτανε η στιγμή να σερβιριστεί το κρασί, άρχιζε το κύριο μέρος του συμποσίου, στο οποίο το ποτό συνοδευόταν από συζητήσεις καθημερινών, αλλά και υψηλών φιλοσοφικών ή πολιτικών ζητημάτων.
Τις συζητήσεις αυτές πλαισίωναν και ποικίλα θεάματα και ακροάματα. Ο οικοδεσπότης φρόντιζε να μισθώσει για την περίπτωση μουσικούς, χορευτές, ηθοποιούς κι έτσι το συμπόσιο εξελισσόταν σ' ένα μοναδικό συνδυασμό ψυχαγωγίας και υψηλής φιλοσοφίας.
Robert Flacelière, O δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1986, μτφρ. Γερασ. Δ. Βανδώρου, σ. 214

2. Πρόσκληση σε συμπόσιο

α. Φίλοι ή μέλη του ίδιου συλλόγου [εταιρία] αποφάσιζαν να συγκεντρωθούν πότε στον ένα, πότε στον άλλο- με τη σειρά- φέρνοντας ο καθένας το μερίδιό του, σε φαγώσιμα και ποτά: αυτό λεγόταν έρανος. Αλλά τις περισσότερες φορές τα συμπόσια γίνονταν με την πρόκληση κάποιου αρκετά πλούσιου που έκανε ο ίδιος όλα τα έξοδα της συγκέντρωσης. Φαίνεται πως κανονικά οι προσκλήσεις αυτές ήταν ξαφνικές: συναντάς τους φίλους σου στην αγορά ή στο δρόμο και τους καλείς να δειπνήσουν. Συμβαίνει επίσης ένας καλεσμένος από δική του πρωτοβουλία να φέρει μαζί του κι ένα φίλο του, που δεν τον είχε καλέσει ο οικοδεσπότης. Τα παράσιτα, που τόσο τους κοροϊδεύουν οι κωμικοί ποιητές, κυνηγάνε πάντα την ευκαιρία να φάνε καλό κρέας και να πιουν καλά. Robert Flacelière, O δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1986, μτφρ. Γερασ. Δ. Βανδώρου, σ. 214

β. Ο Αρχίλοχος έλεγε για τον Περικλή πως πήγαινε απροσκάλεστος στα συμπόσια σαν τους Μυκονιάτες. Σχολίαζαν τους Μυκονιάτες που το νησί τους ήταν άγονο κι αυτοί φτωχοί, ότι δεν έχαναν την ευκαιρία να παραβρεθούν σε προσφερόμενο δείπνο.
Βλ. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 1.14.1-6.

γ. Η περιποίηση και καθαριότητα του σώματος πριν από το συμπόσιο ήταν παλιά συνήθεια που συναντιέται στα Ομηρικά έπη. Στο νησί των Φαιάκων πριν από το δείπνο, η ταμίη, δηλ. η οικονόμος, λούζει τον Οδυσσέα. Κι ο Αριστοτέλης επισημαίνει ότι είναι απρεπές να πάει κανείς σε συμπόσιο ιδρωμένος και σκονισμένος. Οι καλοί τρόποι επιβάλλουν επίσης να μη δείχνει ο καλεσμένος ανυπομονησία για το φαγητό, αλλά να δείξει ενδιαφέρον για το σπίτι, όπως κάνει ο Τηλέμαχος κι ο Πεισίστρατος στο παλάτι του Μενέλαου.
Βλ. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 2,1.60.1-11.

3. Τα μέρη του συμποσίου

Η κύρια σημασία της λέξης συμπόσιον είναι «συγκέντρωση ανθρώπων που πίνουν μαζί». Για να το καταλάβουμε καλά αυτό, πρέπει να ξέρουμε πως κάθε συμπόσιο ενός ιδιώτη και κάθε συμπόσιο θρησκευτικού συλλόγου ή οποιουδήποτε συνδέσμου [θίασος] γινόταν σε δυο διαδοχικούς χρόνους: πρώτα ικανοποιούσαν την πείνα τους με το καθαυτό γεύμα. Μετά [...] έπιναν ποτά, κυρίως κρασί. Όσο έπιναν, διασκέδαζαν με διάφορους τρόπους, φυσικά ανάλογα με τον τόπο και την εποχή: συζητήσεις, πνευματικά παιχνίδια, μουσική, θεάματα, χοροί κλπ. [...] Συνέχιζαν συχνά-για να διψάνε για κρασί- να ροκανίζουν τραγήματα: φρούτα ή ξερούς καρπούς, γλυκά, κουκιά ή στραγάλια κλπ. Robert Flacelière, O δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1986, μτφρ. Γερασ. Δ. Βανδώρου, σ. 213

4. Η κράσις οίνου και ύδατος και να...το κρασί

Η συζήτηση στο συμπόσιο έπρεπε να κρατήσει πολύ και τα πνεύματα έπρεπε να βρίσκονται σε διέγερση, αλλά να μπορούν να την παρακολουθήσουν. Η οινοποσία δεν εξασφάλιζε κάτι τέτοιο, αν το κρασί δεν μείωνε την επίδραση του. Αυτό γινόταν με την κράση, την ανάμειξη δηλαδή του κρασιού με το νερό, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ζωντάνια, η ευθυμία αλλά και η νηφαλιότητα των συνδαιτυμόνων. Ο Πλούταρχος επισημαίνει σχετικά ότι ο μανικός θεός, δηλ. το κρασί σμίγει μ' άλλον θεό νηφάλιο και σωφρονίζεται.
Η αναλογία της μείξης ποικίλλει, ωστόσο ένα μέρος κρασιού προς τρία μέρη νερού ήταν η πιο συνηθισμένηαναλογία. Ο Ησίοδος προτείνει την αναλογία ένα προς τρία. Αλλά ένας θεατρικός ήρωας στην «Τιτθή» του κωμικού ποιητή Άλεξη προτιμά την αναλογία ένα προς τέσσερα. [Βλ.Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 10.28.5-14.] Ο Αριστοτέλης λέει ότι, αν το κρασί ζεσταθεί λιγάκι, η δύναμη του λιγοστεύει από το ζέσταμα κι έτσι δεν προκαλεί εύκολη, γρήγορη ή έντονη μέθη. [Βλ. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί,10.34.9-23.] Η μετρημένη χρήση του κρασιού αποτελούσε μέριμνα και των αρχαίων Αιγυπτίων που τα συμπόσιά τους ήταν πολύ λιτά κι έπιναν κρασί ίσα για να ευθυμήσουν. [ Βλ. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 5.18.17-22.]

5. Γυναίκες και συμπόσια

Στα συμπόσια αυτά στην Αθήνα, όπως και στα σπαρτιατικά συσσίτια λάβαιναν μέρος μόνον άνδρες [...] Οι ελεύθερες γυναίκες αποκλείονταν αυστηρά απ' αυτές τις συγκεντρώσεις της κοινωνικής ζωής, όπως κι από όλες τις εκδηλώσεις της πολιτικής ζωής. Έχουν σαν αντιστάθμισμα σε μερικές θρησκευτικές γιορτές συμπόσια στα οποία λαβαίνουν μέρος μόνο γυναίκες, λόγου χάρη στην Αθήνα, στα Θεσμοφόρια. [...] Στον αιώνα του Περικλή οι γυναίκες δε λάβαιναν κανονικά μέρος στα συμπόσια παρά μόνο για να υπηρετούν τους άντρες και για να τους διασκεδάζουν, κυρίως στο δεύτερο μέρος του συμποσίου, σαν μουσικοί, χορεύτριες και εταίρες. [Robert Flacelière, O δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1986, μτφρ. Γερασ. Δ. Βανδώρου, σ.. 214.]