|
||||||||||||
|
||||||||||||
1. Χέρνιψ Αφού οι καλεσμένοι καθίσουν στις θέσεις τους, οι υπηρέτες τους παρουσιάζουν την υδροχόη και τη λεκάνη για να πλύνουν τα χέρια τους [χέρνιψ] κάτι που είναι απαραίτητο, αφού τα περισσότερα φαγητά τα τρώνε με τα χέρια τους. Το δείπνο αρχίζει συνήθως με το πρόπωμα, [...] μια κούπα κρασί αρωματισμένο που το πίνουν ο ένας μετά τον άλλο πριν αρχίσουν να τρώνε. Δεν υπάρχουν πετσέτες στο τραπέζι: σκουπίζονται με τη ψίχα του ψωμιού που την κάνουν μπάλα και μετά την πετάνε, μαζί με τα κόκαλα και ότι άλλο είναι για πέταμα, στα σκυλιά του σπιτιού που τριγυρίζουν ανάμεσα στα πόδια των καλεσμένων, στα τραπέζια και στα κρεβάτια, καθώς βλέπουμε συχνά στα μνημεία που είναι εικονογραφημένα. 2. Τα ανάκλιντρα Γενικά τρώνε πλαγιασμένοι, ή καλύτερα με τα πόδια απλωμένα πάνω σ' ένα ντιβάνι, μα ο κορμός είναι όρθιος ή έχει μια μικρή κλίση. Τον στηρίζουν μαξιλάρια ή μεγάλα προσκέφαλα, καθώς βλέπουμε σε τόσες αγγειογραφίες κι ανάγλυφα που παρουσιάζουν σκηνές συμποσίου. [...] Οι θέσεις οι πιο τιμητικές βρίσκονταν στο πλάι του οικοδεσπότη που μπορούσε να ορίσει ο ίδιος τη θέση που θα καθόταν ο κάθε συμποσιαστής, μα δεν το έκανε πάντα. Τα τραπέζια είναι μικρά και φορητά, ένα για κάθε συμποσιαστή ή ένα για κάθε κρεβάτι. Μερικά είναι τετράγωνα ή ορθογώνια, άλλα στρογγυλά, με τρία πόδια. Οι δούλοι βάζουν τα φαγητά σε μερίδες που τις ετοιμάζουν από πριν μέσα σε δοχεία ή πιάτα. Ορίζουν με κλήρο [χρησιμοποιούν ζάρια] το βασιλιά του συμποσίου [συμποσίαρχος] που δουλειά του κύρια είναι να κανονίσει την αναλογία, το νερό και το κρασί που θα ρίξουν στον κρατήρα και να ορίσει πόσες κούπες πρέπει να αδειάσει ο κάθε συμπότης. Η συνήθεια είναι να πιει μια κούπα στην υγειά κάθε καλεσμένου. Αυτόν που δεν υπακούει στο βασιλιά του συμποσίου τον υποχρεώνουν να εκτελέσει μια ποινή, λόγου χάρη να χορέψει ολόγυμνος ή να κάμει τρεις φορές το γύρο της αίθουσας κρατώντας στην αγκαλιά του την αυλητρίδα που η παρουσία της είναι απαραίτητη. Συχνά όταν το συμπόσιο τελειώνει όλοι είναι μεθυσμένοι. Οι αγγειογραφίες μα δείχνουν που κρατάνε και οδηγούνε στα σπίτια τους πότες σε ελεεινή κατάσταση. Στα συμπόσια κυρίως, τα τραγούδια ήταν η φυσική έκφραση της χαράς: η λύρα πήγαινε από τον ένα στον άλλο καλεσμένο. Καμιά φορά επίσης κρατώντας ένα κλαδί μυρτιά ή δάφνη καθένας με τη σειρά του τραγουδούσε κι απάγγελνε μερικούς στίχους που ένας άλλος που καθόταν κοντά του κρατούσε το ρυθμό της απαγγελίας παίζοντας τη λύρα ή τον αυλό. [...] Αυτά που απάγγελναν αυτοί οι μορφωμένοι πότες ήταν στίχοι του Σιμωνίδη [...], ύμνοι του Κρατίνου [...], κάποιο κομμάτι του Αισχύλου ή του Ευριπίδη [...], κάποια στροφή του Αλκαίου ή της Σαπφώς [...] 5. Χαριτολογήματα Ο Χάρμος ο Συρακούσσιος χαριτολογώντας χρησιμοποιούσε στίχους από τραγωδίες για τα διάφορα εδέσματα του συμποσίου. Στο ψάρι ταίριαζε το στίχο: ήκω λιπών αιγαίον αλμυρόν βάθος. [Βλ. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 1.6.2-16.] 6. Ο κότταβος
|