ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ Ο ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ - ΑΘΛΗΤΕΣ ΚΙ ΑΘΛΗΜΑΤΑ - ΔΡΟΜΟΣ / ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ
 

 

 

 

 

 

 

ΔΡΟΜΟΣ
Αγώνες δρόμου στα Ομηρικά έπη

α. «Αμέσως σηκώθηκε ο γιος του Οϊλέα, ο γρήγορος Αίας, σηκώθηκε και ο πολύ συνετός Οδυσσέας, και έπειτα ο γιος του Νέστορα, ο Αντίλοχος? γιατί αυτός νικούσε όλους τους νέους στα πόδια. Στάθηκαν στη σειρά, και ο Αχιλλέας τους έδειξε το τέρμα. Εκείνοι άρχιζαν να τρέχουν ίσια γραμμή από την αφετηρία? γρήγορα πήρε να ξεχωρίζει ο γιος του Οϊλέα? πίσω του έτρεχε ο θείος Οδυσσέας πολύ κοντά, όσο κοντά είναι η βέργα στο στήθος μιας ομορφοζωσμένης γυναίκας, όταν την τεντώνει καλά με τα χέρια της περνώντας το φάδι μέσα από το στημόνι και την κρατεί κοντά στο στήθος? έτσι και ο Οδυσσέας έτρεχε από κοντά, και χτυπούσε με τα πόδια του τις πατημασιές του Αία, πριν προφτάσει να κατακάτσει η σκόνη? και έχυνε αδιάκοπα την αναπνοή του πάνω στο κεφάλι του ο θείος Οδυσσέας, καθώς έτρεχε γρήγορα, χωρίς να σταματάει? και καθώς αυτός λαχταρούσε τη νίκη, του φώναζαν δυνατά όλοι οι Αχαιοί και του έδιναν κουράγιο, την ώρα που και ο ίδιος έβαζε όλη του τη δύναμη. Όταν όμως έκαμαν την τελευταία διαδρομή, πάνω στην ώρα ο Οδυσσέας ευχήθηκε από μέσα του στη γαλανομάτα Αθηνά: "Επάκουσέ με, θεά, κι έλα παραστάτισσά μου καλή, όπως τρέχω".» Ιλιάδα, Ψ 754-770.

β. «Σηκώθηκαν κι οι τρεις οι γιοι του στοχασμένου Αλκίνου,
ο Λαοδάμας κι ο θεϊκός Κλειτόνας με τον Άλιο.
Οι τρεις αυτοί πρωτάρχισαν να παραβγούν στο δρόμο.
Όλοι απ' τη μάννα* χύμηξαν και φτερωτοί πετούσαν
στον κάμπο, κι ένα κουρνιαχτό τα πόδια τους σηκώναν.
Κι ήταν απ' όλους άφταστος στο τρέξιμο ο Κλειτόνας.
Κι όσο χωράφι οργώνουνε μια μέρα δυο μουλάρια,
τόσο τους άλλους πέρασε κι απ' όλους ήρθε πρώτος.»
(Ομήρου Οδύσσεια, θ 118-125. Μτφρ. Ζ. Σίδερης).
*Μάννα: η αφετηρία

γ. Ιστορία του αγωνίσματος
Ο δρόμος σταδίου καθιερώθηκε ως εξής. Οι Ηλείοι είχαν κάνει τις πατροπαράδοτες θυσίες, τα ιερά σφάγια ήταν πάνω στο βωμό, όμως δεν είχαν ανάψει ακόμη από κάτω φωτιά. Οι δρομείς απείχαν ένα στάδιο από τον βωμό, μπροστά στον οποίο στεκόταν ο ιερέας που κρατούσε ως βραβείο αναμμένο δαδί. Ο νικητής άναψε τη φωτιά κάτω από τα σφάγια και ανακηρύχτηκε Ολυμπιονίκης. Αφού θυσίασαν οι Ηλείοι, έπρεπε να προσφέρουν θυσία και οι ειδικοί απεσταλμένοι όλων των Ελλήνων. Για να μην είναι ανιαρό το διάστημα ως την άφιξή τους, έτρεχαν οι δρομείς από το βωμό σε απόσταση ενός σταδίου, καλώντας τάχα τους Έλληνες, και γύριζαν πάλι πίσω, αναγγέλλοντας δήθεν ότι έρχονται οι Έλληνες χαρούμενοι. Αυτά λοιπόν για τον αγώνα δρόμου δύο σταδίων.», Φιλόστρατος, Γυμναστικός, 4-6.