﻿txt=Το επάγγελμα της μοδίστρας παλιά θεωρούνταν πολύ σεβαστό. Για να γίνει κάποια μοδίστρα έπρεπε να πάει σε ένα «ατελιέ», κοντά σε μια άλλη μοδίστρα με πείρα για να μάθει την τέχνη και μετά να ανοίξει το δικό της «μοδιστράδικο», που πολλές φορές ήταν το σπίτι της. Οι μοδίστρες δούλευαν μέχρι τα γεράματά τους. Έραβαν τότε φορέματα, φούστες, πουκάμισα, ζακέτες, παλτό και ό,τι άλλο ζητούσαν οι πελάτισσες. Το πρώτο πράγμα που έκανε η μοδίστρα μόλις ερχόταν πελάτισσα ήταν να πάρει μέτρα. Έπαιρνε τη μεζούρα και άρχιζε να μετράει τη μέση, το στήθος, την περιφέρεια, το ύψος και σημείωνε τα νούμερα σε ένα τεφτέρι. Μετά άπλωνε το ύφασμα, έπαιρνε τη σημαδόπετρα και χάραζε επάνω του. Έπαιρνε το ψαλίδι και άρχιζε να κόβει. Τρύπωνε το ύφασμα με αραιές βελονιές και καλούσε την πελάτισσα για πρόβα. Στένευε ή φάρδαινε το ρούχο μέχρι να 'ρθει ακριβώς στα μέτρα. Έπαιρνε από την «πελότα» (ένα μικρό βελούδινο μαξιλαράκι) καρφίτσες και καρφίτσωνε το ύφασμα. Πολλές φορές έραβε και ξήλωνε μέχρι να γίνει το φόρεμα όπως το ήθελε η πελάτισσα. Μετά γάζωνε το ρούχο με χειροκίνητη ραπτομηχανή που αργότερα έγινε ποδοκίνητη. Στο τέλος σιδέρωνε το ρούχο με το παλιό σίδερο: κούφιο μέσα που το γέμιζε με αναμμένα κάρβουνα και το πήγαινε πέρα δώθε για να πυρώνει. 