[Αριστοτέλους, Περί ζώων μορίων Α 5. 644 b 22 - 645
a 23, μτφρ. Δημ. Λυπουρλής, περιοδικό Φιλόλογος.]
Από τα όντα που αποτελούν τον φυσικό κόσμο άλλα λέμε πως είναι αγέννητα
και άφθαρτα για πάντα και άλλα ότι μετέχουν στη γένεση και στη φθορά.
Μολονότι τα πρώτα είναι πολύ μεγάλης αξίας και έχουν θεϊκά χαρακτηριστικά,
η δυνατότητα πάντως που έχουμε να τα γνωρίσουμε στο βάθος τους είναι
δυστυχώς ελάχιστη (είναι αφάνταστα λίγη η βοήθεια που μας προσφέρουν
οι αισθήσεις μας για να τα μελετήσουμε - κι ας είναι ο πόθος μας
να τα γνωρίσουμε μεγάλος). Αντίθετα, για τα φθαρτά ζώα και φυτά
έχουμε πολύ περισσότερες δυνατότητες να τα γνωρίσουμε· ο λόγος είναι
γιατί μεγαλώνουμε και ζούμε ανάμεσα τους. Φτάνει να έχει κανείς
τη διάθεση να υποβληθεί σε κόπους - που δεν θα είναι βέβαια λίγοι
- και θα μπορέσει ασφαλώς να αποκτήσει ένα πλήθος από γνώσεις που
αφορούν το καθένα χωριστά από τα είδη τους. Ωστόσο έχουν και οι
δύο χωριστές κατηγορίες τη δική τους ξεχωριστή γοητεία. Ας είναι
ελάχιστη η γνώση που καταφέρνουμε τελικά να αποκτήσουμε για τα αγέννητα
και άφθαρτα όντα· η χαρά που μας δίνει η γνώση αυτή, ακριβώς γιατί
είναι μια γνώση μοναδική και πολύτιμη, είναι ασύγκριτα πιο μεγάλη
από τη χαρά που μας δίνει η γνώση όλων των πραγμάτων που βρίσκονται
γύρω μας εδώ κάτω (μήπως δεν είναι πιο μεγάλη και η χαρά μας όταν
βλέπουμε ας είναι και μια ακρούλα από κάτι που ανήκει στο πρόσωπο
που αγαπούμε, παρά όταν βλέπουμε άλλα πράγματα, ας είναι και τα
πιο μεγάλα και τα πιο σημαντικά;). Τα όντα της δεύτερης κατηγορίας
είναι σε μεγαλύτερο βαθμό προσιτά στη γνώση μας· από την άποψη λοιπόν
της επιστημονικής γνώσης αυτά έχουν το προβάδισμα, και καθώς βρίσκονται
πιο κοντά μας και συγγενεύουν πιο πολύ με τη δική μας φύση, μας
εξασφαλίζουν ένα αναπλήρωμα για τη γνώση των θείων όντων που μας
λείπει. Για τα θεία όμως όντα έχουμε ήδη κάνει αρκετό λόγο και έχουμε
εκθέσει τις απόψεις μας. Μένει λοιπόν να μιλήσουμε τώρα για τον
ζωικό κόσμο. Μιλώντας για τον κόσμο αυτό θα βάλουμε όλα μας τα δυνατά
να μην παραλείψουμε ούτε έναν εκπρόσωπο του, ακόμη και τον πιο ασήμαντο.
Γιατί μολονότι υπάρχουν ζώα που δεν έχουν τίποτε το ελκυστικό για
τα μάτια μας, εντούτοις η φύση που τα δημιούργησε δίνει στον άνθρωπο
που τα μελετά, στον άνθρωπο που είναι από τη φύση του προικισμένος
με φιλοσοφική διάθεση και μπορεί να διακρίνει τις αιτίες των πραγμάτων,
χαρά απερίγραπτη. Δεν θα ήταν, αλήθεια, ολωσδιόλου παράλογο, να
χαιρόμαστε βλέποντας τις εικόνες αυτών των πραγμάτων (μια χαρά που
τη νιώθουμε επειδή βλέπουμε τότε μαζί και την τέχνη που δημιούργησε
αυτές τις εικόνες, τη ζωγραφική ας πούμε ή τη γλυπτική), και να
μη χαιρόμαστε, και μάλιστα περισσότερο, όταν μελετούμε τα ίδια τα
δημιουργήματα της φύσης, κι ας είμαστε σε θέση να διακρίνουμε τις
πραγματικές αιτίες; Γιαυτό δεν πρέπει να κουραζόμαστε, σαν τα παιδιά,
να μελετούμε και το πιο ασήμαντο ζώο. Γιατί σε κάθε δημιούργημα
της φύσης υπάρχει κάτι το θαυμάσιο. Μια παλιά ιστορία λέει πως κάποτε
κάποιοι ξένοι επισκέφτηκαν τον Ηράκλειτο θέλοντας πολύ να του μιλήσουν,
μπαίνοντας όμως τον βρήκαν απλώς να κάθεται δίπλα στη φωτιά και
να ζεσταίνεται και γιαυτό στάθηκαν διστακτικοί· εκείνος τους έδωσε
θάρρος και τους είπε να μπουν. "Μη διστάζετε", τους είπε·
"υπάρχουν και εδώ θεοί". Έτσι πρέπει να προχωρεί κανείς
και στων πιο ασήμαντων ζώων τη σπουδή με την πίστη πως το καθένα
κρύβει μέσα του κάτι το φυσικό· αυτό θα πει: κάτι το ωραίο.