[Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια Θ 2. 1155 b 17 - 1156
a 5, μτφρ. Δημ. Λυπουρλής, περιοδικό Φιλόλογος.]
Σκέφτομαι όμως ότι τα είδη της φιλίας θα γίνονταν ασφαλώς πιο σαφή,
αν πρώτα ξεκαθαρίζαμε ποιο είναι το φιλητό, το άξιο να αγαπηθεί·
γιατί όλοι, βέβαια, το ξέρουν: αντικείμενο αγάπης δεν μπορεί να
γίνει παρά μόνο το άξιο αγάπης, κι αυτό δεν είναι παρά το καλό,
το ευχάριστο ή το χρήσιμο. Όλοι, πάλι, νομίζω ότι θα συμφωνούσαν
πως χρήσιμο είναι αυτό δια του οποίου εξασφαλίζεται κάτι το καλό
ή κάτι το ευχάριστο· αυτό νομίζω ότι θα πει πως άξια να αγαπηθούν
ως τελικοί στόχοι είναι, στην ουσία, το καλό και το ευχάριστο. Αλήθεια
όμως, οι άνθρωποι αγαπούν το καλό ή μήπως αυτό που είναι καλό για
τους ίδιους; Το ερώτημα είναι λογικό, γιατί μερικές φορές τα δύο
αυτά δεν συμπίπτουν. Το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί και ενσχέσει
με το ευχάριστο· θα συμφωνήσουμε, νομίζω, τελικά ότι ο καθένας αγαπάει
αυτό που είναι καλό για τον ίδιο, και ότι, μιλώντας απόλυτα, άξιο
να αγαπηθεί είναι το καλό, για τον καθένα όμως χωριστά είναι αυτό
που είναι καλό για τον ίδιο. Το κάθε επιμέρους, βέβαια, άτομο αγαπάει
όχι αυτό που είναι για τον ίδιο καλό, αλλά αυτό που του φαίνεται
καλό. Για μας εδώ αυτό δεν θα έχει ιδιαίτερη σημασία: άξιο να αγαπηθεί
θα είναι για μας αυτό που φαίνεται ότι είναι άξιο να αγαπηθεί. Αφού
λοιπόν δεχτήκαμε ότι τρεις είναι οι λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι
αγαπούν και γίνονται φίλοι, πρέπει να πούμε ότι τη λέξη "φιλία"
δεν τη χρησιμοποιούμε όταν μιλούμε για την αγάπη μας για άψυχα πράγματα·
ο λόγος είναι ότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει αμοιβαιότητα αγάπης,
ούτε επίσης υπάρχει επιθυμία να συμβεί κάτι καλό σ’ αυτά τα ίδια
(θα ήταν ασφαλώς γελοίο αν λέγαμε ότι θέλουμε το καλό του κρασιού·
κι αν το λέγαμε, απλώς θα θέλαμε να πούμε ότι επιθυμούμε να σωθεί
το κρασί, για να το έχουμε εμείς οι ίδιοι)· λέγοντας όμως για τον
φίλο ότι θέλουμε το καλό του, εννοούμε ότι το θέλουμε για τον ίδιο.
Γι' αυτούς, βέβαια, που θέλουν με αυτόν τον τρόπο το καλό του άλλου,
λέμε ότι απλώς τρέφουν εύνοια γι' αυτόν, αν δεν συμβαίνει το ίδιο
και από μέρους του· γιατί αυτό που λέμε " φιλία" είναι,
βέβαια, η αμοιβαία εύνοια. Ή μήπως πρέπει και εδώ να προσθέσουμε:
"εύνοια όμως που την ξέρει και ο άλλος"; Γιατί πολλοί
τρέφουν εύνοια για πρόσωπα που δεν τα έχουν καν δει, έχουν όμως
την εντύπωση ότι είναι καλοί ή χρήσιμοι γι’ αυτούς άνθρωποι - φυσικά,
η ίδια εντύπωση μπορεί να υπάρχει και από την άλλη πλευρά. Αυτοί
λοιπόν οι άνθρωποι έχουν, ολοφάνερα, ευνοϊκά αισθήματα ο ένας για
τον άλλον, πώς όμως να τους πεις φίλους, αφού οι ίδιοι δεν γνωρίζουν
τα αμοιβαία τους αισθήματα; Για να είναι λοιπόν φίλοι πρέπει και
οι δύο να ξέρουν ότι τρέφουν ευνοϊκά αισθήματα ο ένας για τον άλλον
και ότι θέλουν ο ένας το καλό του άλλου για έναν από τους λόγους
που είπαμε.