|
Η ΗΔΟΝΗ
(Επιστ. προς Μενοικέα, 128-130, μτφρ. Χ. Θεοδωρίδης)
|
Επειδή τότε μονάχα χρειαζόμαστε την ηδονή, όταν πονούμε από
τη στέρηση της. Όταν όμως δεν υποφέρουμε, δεν τη χρειαζόμαστε.
Και γι αυτό την ηδονή τη λέμε αρχή και σκοπό της μακαρισμένης
ζωής. Γιατί αυτήν την αναγνωρίσαμε πρώτο και γεννημένο μαζί
μας αγαθό κι απ' αυτήν ξεκινούμε για κάθε προτίμηση κι αποφυγή
και σ' αυτήν κατασταλάζουμε παίρνοντας κανόνα το συναίσθημα
για να βαθμολογήσουμε το κάθε αγαθό. Κι επειδή αυτή είναι το
πρώτο κι έμφυτο αγαθό, δεν πιανόμαστε από κάθε ηδονή, παρά είναι
περιστάσεις που πολλές ηδονές τις παρατρέχουμε, όταν βλέπουμε
πώς θα έχουν για συνέπεια μεγαλύτερες ενοχλήσεις. Πολλούς πάλι
πόνους τους έχουμε για καλύτερους από τις ηδονές, όταν τους
πόνους που υποφέρουμε καιρό τους ακολουθεί μεγαλύτερη ηδονή.
Κάθε λοιπόν ηδονή, επειδή έχει φύση συγγενική μ’ εμάς, είναι
κάτι καλό, όχι όμως καθεμία καλή για να τη διαλέξουμε. Το ίδιο
κάθε πόνος είναι κακό, όχι όμως τέτοιος πάντα που να τον αποφεύγουμε.
Αυτά όλα επιβάλλεται να κριθούν με τη συμμέτρηση και με τον
προσεχτικό υπολογισμό του τι συμφέρει και τι δε συμφέρει. Είναι
περιστάσεις που καταπιανόμαστε με το καλό σα να είναι κακό,
με το κακό αντίθετα σα να είναι καλό. |
|