|
ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΕΠΙΚΟΥΡΟ – Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ
ΤΟΥ
(De rerum natura V, 1 -44, μτφρ. Χ. Θεοδωρίδη)
|
«Ποιος μπορούσε από πλούσιο στήθος να στήσει τραγούδι άξιο για
του έργου του το μεγαλείο και όσων εκείνος έφερε στο φως; Και
ποιος είναι τόσο δυνατός σε λόγο για να παινέσει τις αξιοσύνες
εκείνου που σκαλίζοντας με το νου ξεσκέπασε και μας χάρισε τόσα
αγαθά; Κανένας, στοχάζομαι, γεννημένος από θνητό κορμί. Γιατί,
αν πρέπει να το πει κανείς, όπως απαιτεί το μεγαλείο του έργου
του, που γνωρίσαμε τώρα, ήταν θεός εκείνος, μάλιστα θεός, που
πρώτος βρήκε το νόημα της ζωής, ό,τι σήμερα λέμε σοφία, εκείνος,
που αρπάζοντας με την επιστήμη του τη ζωή από τόσο τρομερές
ανεμοζάλες κι από τόσο βαθιά σκοτάδια την απίθωσε σε τέτοια
γαλήνη και τόσο λαμπρό φως.[…] Πάρε τα παλιά ευρήματα, που μας
χάρισαν, όπως λεν, οι θεοί. Η Δήμητρα, λένε, μας δίδαξε το σιτάρι,
ο Βάκχος το κρασί. Χωρίς αυτά μπορούσε να υπάρχει ζωή κι είναι,
καθώς ακούμε, λαοί πού ζούνε χωρίς να τα ξέρουν. Μα ζωή ευτυχισμένη
είναι αδύνατη χωρίς ξεκάθαρη καρδιά. Γι αυτό πιο δικαιολογημένα
μας φαίνεται θεός εκείνος που ή διδασκαλία του, ζωντανή κι απλωμένη
στα μεγάλα έθνη, γαληνεύει τις καρδιές με τις γλυκές παρηγοριές
της ζωής. Ο Ηρακλής με τους άθλους του αξίζει περισσότερη τιμή;
Θα ‘φευγες ακόμα μακρύτερα από την αλήθεια. Τι κακό θα μας έκανε
σήμερα τ' ορθάνοιχτο του Νεμεϊκού λιονταριού λαρύγγι κι οι ορθωμένες
τρίχες του Αρκαδικού αγριόχοιρου ; […] Ακόμα και σήμερα είναι
μέρη, βουνά κι ερημιές, γεμάτα απ' τα πιο άγρια θηρία. Μα η
καρδιά, αν δεν καθαριστεί, τι μάχες, τι κίνδυνους αντικρίζουμε
κάθε ώρα, πώς θα τρώνε τον άνθρωπο τα πάθη;
|
|