Αναβαθμoί του έρωτα: από τα ωραία σώματα στην Ιδέα του Αγαθού

[Πλάτων, Συμπόσιον 210a-211b, μτφρ. Αλ. Παπαγεωργίου].


Όποιος λοιπόν ακολουθάει το σωστό δρόμο γι’ αυτό το σκοπό, είπε, πρέπει ν’ αρχίζει απ’ τα νιάτα του ακόμα να προσανατολίζεται προς τη σωματική ομορφιά και πρώτα - πρώτα, αν ο οδηγητής του τον καθοδηγεί σωστά, να ερωτεύεται ένα μονάχα σώμα και σ’ αυτό να ζητάει να γεννήσει ωραίες σκέψεις. Έπειτα όμως πρέπει να νιώσει καλά πως η ομορφιά που υπάρχει σ’ αυτό η σ’ εκείνο το σώμα, είναι αδερφή με την ομορφιά που υπάρχει σ’ ένα άλλο. Και θα ήταν μεγάλη του ανοησία, μια που αποζητάει γενικά την ομορφιά στην εξωτερική της μορφή, να μην παραδεχτεί πως η ομορφιά που υπάρχει σ’ όλα τα σώματα είναι ίδια κι απαράλλαχτη. Όταν βέβαια το καταλάβει αυτό, θα γίνει εραστής όλων των ωραίων σωμάτων και θα μετριάσει την υπερβολική του προσήλωση σ’ ένα μονάχα πρόσωπο, θεωρώντας πως η ομορφιά ενός σώματος είναι ανάξια και κατώτερη γι’ αυτόν. Έπειτα, θα μάθει να θεωρεί πως η ψυχική ομορφιά αξίζει πολύ περισσότερο από τη σωματική. Ώστε, αν συμβεί μια όμορφη ψυχή να βρίσκεται μέσα σ’ ένα σώμα που έχει μέτρια έστω θέλγητρα, να μένει ικανοποιημένος μ’ αυτό και να του προσφέρει τον έρωτά του και να του δείχνει ενδιαφέρον, και να γεννάει και να επιζητεί να βρει εκείνα τα λόγια, που συντελούν στη βελτίωση της νεολαίας. Έτσι θ’ αναγκαστεί πάλι ν’ αντικρίσει την ομορφιά που υπάρχει στις πράξεις και στους θεσμούς, και να προσέξει πως μια εσωτερική ενότητα και συγγένεια ενώνει στο σύνολο της την ομορφιά, κι επομένως να θεωρήσει τη σωματική ομορφιά σαν κάτι που έχει πολύ μικρή αξία. Ύστερα όμως από τις πράξεις πρέπει ο οδηγητής του να τον οδηγήσει προς τις γνώσεις, για να ιδεί πάλι και των γνώσεων την ομορφιά και απλώνοντας το βλέμμα του προς την απέραντη πια έκταση του ωραίου, κι όχι στην ομορφιά πού υπάρχει σ’ ένα μονάχα, να πάψει πια να ‘ναι τιποτένιος και στενόκαρδος, και να μην υπηρετεί, σα δούλος, την ατομική ομορφιά, αγαπώντας […] είτ’ έναν ορισμένον άνθρωπο, είτ’ έναν τρόπο ζωής και όντας υποδουλωμένος σ’ αυτό. Αντίθετα, έχοντας γυρισμένο το βλέμμα του προς το απέραντο πέλαγος της ομορφιάς και θωρώντας το να γεννάει πλήθος ωραία και μεγαλόπρεπα λόγια και σκέψεις βαθυστόχαστες, εμπνευσμένες από την ανεξάντλητη λαχτάρα προς τη γνώση· ωσότου τέλος, δυναμωμένος κι ώριμος πια στο περιβάλλον αυτό, θ’ αντικρίσει καθαρά την επιστήμη εκείνη, τη μοναδική, που είναι η γνώση του ωραίου, αυτή περίπου που θα σου εξηγήσω. Προσπάθησε όμως τώρα, συνέχισε, να προσέχεις, όσο μπορείς πιο πολύ. Όποιος λοιπόν χειραγωγηθεί ως το σημείο αυτό στη σπουδή της ερωτικής τέχνης κι αντικρίσει σωστά και με τη σειρά, τη μια έπειτ’ από την άλλη, όλες τις μορφές του ωραίου, σαν φτάσει πια στο τέλος της ερωτικής μύησης, ξαφνικά θ’ αποκαλυφθεί μπρος στα μάτια της ψυχής του ένα εξαίσιο κάλλος, εκείνο ακριβώς, Σωκράτη, που για χάρη του υπόφερε όλες τις προηγούμενες ταλαιπωρίες. Το κάλλος αυτό, πρώτα - πρώτα, είν’ αιώνιο κι ούτε γεννιέται, ούτε αφανίζεται, ούτε μεγαλώνει, ούτε λιγοστεύει, κι έπειτα, δεν είν’ ωραίο απ’ αυτή την άποψη κι άσχημο από την άλλη, μήτε άλλες φορές ωραίο κι άλλες όχι, μήτε ωραίο σχετικά μ΄ αυτό κι άσχημο σχετικά μ’ εκείνο, ούτε ωραίο εδώ κι άσχημο εκεί, σαν να ήταν ωραίο για μερικούς κι άσχημο γι’ άλλους. Ούτε πάλι το ωραίο θα του παρουσιαστεί σαν κάποιο πρόσωπο, ούτε σαν χέρια, ούτε σαν τίποτ’ άλλο σωματικό, ούτε σαν κάποιος λόγος, ούτε σαν κάποια γνώση, ούτε πάντως σαν κάτι που υπάρχει σ’ ένα διαφορετικό ον, π.χ. σε κάποιο έμψυχο ή στη γη ή στον ουρανό, ή σ’ οτιδήποτε άλλο, αλλά θα του παρουσιαστεί σαν κάτι που υπάρχει αυτό καθαυτό μόνο του, ανύπαρκτο, μ’ ενιαία μορφή κι αιώνιο, ενώ όλα τ’ άλλα τα ωραία μετέχουν στην ομορφιά αυτή μ’ έναν τέτοιο τρόπο, ώστε, από τη γένεση και τον αφανισμό τους, εκείνη ούτε να μεγαλώνει, ούτε να λιγοστεύει καθόλου, ούτ’ άλλο τίποτα να παθαίνει.


1 | 2 | 3 | 4 | 5 | 6 | 7