Σήμερα γνωρίζουμε ότι η Γη είναι ένας πλανήτη
του ηλιακού συστήματος, που περιφέρεται σε ελλειπτική (και
όχι κυκλική) τροχιά γύρω από τον ήλιο, ο οποίος είναι ένα
από τα δισεκατομμύρια άστρα του γαλαξία μας.
Λόγω της περιστροφής της Γης γύρω από τον άξονά της «παρατηρούμε»
τον ήλιο να ανατέλλει και να δύει κάθε μέρα. Φαίνεται δηλαδή
σα να περιφέρεται γύρω από τη Γη.
Είναι φυσικό λοιπόν ότι στα κοσμολογικά μοντέλα των αρχαίων
Ελλήνων (τουλάχιστον στα περισσότερα από αυτά) στο κέντρο
του κόσμου βρισκόταν η Γη. Για αυτό το λόγο τα μοντέλα αυτά
καλούνται «γεωκεντρικά». Σύμφωνα με αυτά
τα μοντέλα όλα τα ουράνια σώματα (ο ήλιος, η σελήνη, οι
πλανήτες και οι άλλοι αστέρες) περιφέρονται γύρω από τη
Γη, τοποθετημένα συνήθως σε ουράνιες σφαίρες.
Από τις αστρονομικές παρατηρήσεις ήταν γνωστές με σημαντική
ακρίβεια οι «φαινόμενες» κινήσεις των ουρανίων σωμάτων.
Οι κινήσεις αυτές δεν ήταν ομαλές κυκλικές επαναλήψεις αλλά
παρουσίαζαν αρκετές «ανωμαλίες». Η πιο απλή από αυτές ήταν
η φαινόμενη «ανάδρομη» πορεία κάποιων πλανητών. Αν δηλαδή
παρατηρήσουμε την κίνηση των πλανητών, από μέρα σε μέρα
την ίδια ώρα, αυτοί κάποια στιγμή φαίνονται να σταματούν,
μετά κινούνται για λίγες μέρες ανάποδα και κατόπιν επανέρχονται
στη συνήθη φορά τους.
Για να μπορέσουν να «σώσουν τα φαινόμενα», τα κοσμολογικά
μοντέλα που προτάθηκαν στην ελληνική αρχαιότητα δεν ήταν
τόσο απλά. Δεν ήταν δηλαδή μια σειρά από ομόκεντρες σφαίρες
γύρω από τη γη, που η καθεμία είχε επάνω της ένα ουράνιο
σώμα. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν φυσικό ότι στο κέντρο
του κόσμου βρίσκεται η γη και πίστευαν ότι τα ουράνια σώματα
κινούνται κυκλικά.
Η ευφυέστερη από τις λύσεις που προτάθηκαν για την εξήγηση
αυτών των «ανωμαλιών» (πάντα μέσα από ένα γεωκεντρικό μοντέλο)
είναι η λύση του Ευδόξου τον 4ο π.Χ. αιώνα.
Τον 3ο π.Χ. αιώνα το μοντέλο του Ευδόξου διαδέχθηκε το μοντέλο
των επικύκλων και των φερόντων κύκλων, που επινόησαν ο Απολλώνιος
και αργότερα ο Ίππαρχος. Η τελειότερη προσέγγιση
στο πλαίσιο αυτού του μοντέλου έγινε από τον Κλαύδιο
Πτολεμαίο στα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα. Το μοντέλο
αυτό ήταν πραγματικά πολύ πολύπλοκο.
Δεν είναι καθόλου εύκολο για μας που έχουμε στο μυαλό μας
το ηλιοκεντρικό μοντέλο να καταλάβουμε τις λύσεις που προτάθηκαν
τότε , για να κατασκευαστεί ένα γεωκεντρικό σύστημα που
να είναι σύμφωνο με τις αστρονομικές παρατηρήσεις. Για την
επίλυση του πιο απλού «προβλήματος», της «ανάδρομης» πορείας
των πλανητών, εθεωρείτο ότι οι πλανήτες κινούνται πάνω σε
σφαίρες-τροχιές (επικύκλους) τα κέντρα των οποίων
κινούνται πάνω σε άλλες σφαίρες-τροχιές (φέροντας κύκλους)
γύρω από τη Γη.
Σε δυο περιπτώσεις προτάθηκαν μη γεωκεντρικά συστήματα: από
τον Πυθαγόρειο Φιλόλαο στο τέλος του 5ου
π.Χ. αιώνα, που πρότεινε ένα σύστημα που είχε στο κέντρο την
Εστία (το κεντρικό πυρ), και από τον Αρίσταρχο
(περίπου 310-230 π.Χ), ο οποίος πρότεινε ένα ηλιοκεντρικό
σύμπαν, ιδέα που δεν έγινε αποδεκτή στην εποχή της.
Το γεωκεντρικό μοντέλο επικράτησε για πολλούς ακόμη αιώνες.
Το ηλιοκεντρικό σύστημα εμφανίζεται ξανά τον 16ο αιώνα στο
έργο του Κοπέρνικου. Δεν καθιερώνεται όμως
παρά μόνο πολύ αργότερα. Σημαντικές ήταν ακόμη οι συμβολές
του Γαλιλαίου και του Κέπλερ
τον 17ο αιώνα. |