Ο Θαλής ο Μιλήσιος το 600 π.Χ παρατήρησε
ότι, όταν το ήλεκτρο (κεχριμπάρι) τρίβεται
πάνω σε ξερό μάλλινο ύφασμα, αποκτά την ιδιότητα να έλκει
διάφορα μικρά αντικείμενα όπως π.χ. τρίχες, μικρά κομμάτια
χαρτιού, πούπουλα πτηνών. Η ιδιότητα αυτή του ήλεκτρου ονομάστηκε
ηλεκτρισμός. Την ιδιότητα αυτή αποκτούν
και άλλα υλικά όπως το γυαλί, ο εβονίτης, το βουλοκέρι κ.λ.π.
Το σώμα που αποκτά την ιδιότητα αυτή το λέμε ηλεκτρισμένο
σώμα ή λέμε ότι έχει αποκτήσει ηλεκτρικό φορτίο.
Όταν τρίψουμε στο μάλλινο ύφασμα τέσσερα σώματα ίδιου υλικού
ανά δύο π.χ. δύο ράβδους γυαλιού και δύο ράβδους εβονίτη
και πλησιάσουμε τις ράβδους γυαλιού τη μια κοντά στην άλλη,
θα παρατηρήσουμε ότι δεν έλκονται αλλά απωθούνται. Το ίδιο
συμβαίνει, αν πλησιάσουμε τη μια κοντά στην άλλη ράβδους
εβονίτη. Αν όμως πλησιάσουμε κοντά μια ράβδο γυαλιού με
μια ράβδο εβονίτη, τότε αυτές έλκονται. Έτσι καταλήγουμε
στο συμπέρασμα ότι στα διάφορα σώματα υπάρχουν δύο είδη
ηλεκτρικού φορτίου. Το φορτίο σαν του γυαλιού, το οποίο
ονομάζεται θετικό, και το φορτίο σαν του εβονίτη, το οποίο
ονομάζεται αρνητικό. Από τα παραπάνω απλά πειράματα προκύπτει
το συμπέρασμα: Τα ομώνυμα ηλεκτρικά φορτία έλκονται,
ενώ τα ετερώνυμα απωθούνται.
Από αυτά τα απλά πειράματα και παρατηρήσεις καθώς και τις
απλές πρώτες έννοιες αναπτύχθηκε ένα μεγάλο γνωστικό κεφάλαιο
της φυσικής, που ασχολείται με τον ηλεκτρισμό,
ο οποίος έχει μεγάλη εφαρμογή στην καθημερινή μας ζωή (ηλεκτρικές
και ηλεκτρονικές συσκευές, ηλεκτρικές λάμπες, ηλεκτροκίνητα
τρόλεϊ, τραμ, ηλεκτρικά τρένα κ.λ.π).
|
 |