Ένας πατέρας είχε δυο κόρες παντρεμένες· η μια είχε παντρευτεί
ένα περιβολάρη κι η άλλη ένα τεχνίτη κεραμικών.
Μια μέρα επισκέφτηκε τη μια του κόρη, που ήταν παντρεμένη
με τον περιβολάρη και τη ρώτησε πώς περνάει: «Όλα καλά, του
είπε αυτή, μόνο που μας στενοχωρεί ο άσχημος καιρός· έχει
καιρό να βρέξει και δεν μπορούμε να ποτίσουμε τα λάχανα του
κήπου μας».
Πηγαίνει ύστερα στην άλλη κόρη του· τη ρωτάει πώς περνάει
και αυτή του λέει: «Υπέροχα· ο άντρας μου είναι καλός και
οι δουλειές του πάνε περίφημα. Και ο υπέροχος αυτός καιρός,
χωρίς βροχή με τον ήλιο να λάμπει, μας βοηθάει στη δουλειά
μας, γιατί ξεραίνονται εύκολα τα κεραμικά μας είδη».
Έφυγε ο πατέρας και δεν ήξερε ποιος καιρός τελικά είναι ωραίος
και τι να παρακαλέσει τους θεούς, να στείλουν βροχή ή να μη
στείλουν». (Με βάση ένα μύθο του Αισώπου.)
|