[Πλάτων, Συμπόσιον 219e – 220b, μτφρ. Αλ. Παπαγεωργίου
].
[Μιλάει ο Αλκιβιάδης] Όλ' αυτά, βέβαια,
είχαν γίνει πρωτύτερα κι ύστερα έτυχε να υπηρετήσουμε μαζί
στην εκστρατεία της Ποτείδαιας και μάλιστα να τρώμε εκεί από
την ίδια καραβάνα. Λοιπόν, πρώτα πρώτα, στις κακουχίες, άντεχε
όχι μόνο πιο πολύ από μένα, μα κι απ' όλους τους άλλους. Όσες
φορές παραδείγματος χάριν βρεθήκαμε στην ανάγκη, αποκλεισμένοι
κάπου — όπως συμβαίνει δα στις εκστρατείες — να μείνουμε νηστικοί,
κανείς δε μπορούσε να συγκριθεί μ' αυτόν στην αντοχή. Και
στην καλοπέραση πάλι, μονάχ’ αυτός ήξερε πως να την απολαύσει.
Μα και στο κρασί, αν και δεν του πολυάρεσε να πίνει, όσες
φορές τον ανάγκαζαν να πιει, τους έβαζε όλους κάτω, παρ' όλο
πού — αυτό είναι το πιο αξιοθαύμαστο απ' όλα — μεθυσμένο το
Σωκράτη δεν έχει δει ποτέ του κανένας άνθρωπος. Όσο γι’ αυτό
άλλωστε, ελπίζω πως σε λίγο και μόνοι σας θα το διαπιστώσετε.
Όσο για την αντοχή του πάλι στο κρύο (γιατί στα μέρη εκείνα
κάνει μεγάλη βαρυχειμωνιά) έκανε θαύματα, μπορώ να πω. Κάποτε
μάλιστα πού έτυχε να ρίξει παγωνιά — τρομερότερη παγωνιά δε
μπορούσε να γίνει — και κανένας δεν κόταγε να ξεμυτίσει, ή,
κι αν έβγαινε κανείς, φορούσαν όλοι τους ένα σωρό ρούχα και
παπούτσια κι είχαν τυλιγμένα τα πόδια τους με γκέτες και προβιές,
αυτός, που λέτε, έβγαινε έχοντας ριγμένο πάνω του το ίδιο
ρούχο, που πάντα συνηθούσε να φορεί, και ξυπόλυτος περπατούσε
πάνω στα κρούσταλλα, με μεγαλύτερη μάλιστα ευκολία παρά οι
άλλοι που ήσαν ποδεμένοι. Κι οι φαντάροι τον στραβοκοιτάζανε,
γιατί τους περνούσε ή ιδέα πως τάχα ήθελε να τους εξευτελίσει.
|