[Μιλάει ο Αλκιβιάδης] Αξίζει όμως ν’ ακούσετε
ακόμα το «τι έκανε και τράβηξε ο ατρόμητος ετούτος » [Ομήρου
Οδύσσεια δ.242] κάποτ' εκεί στην εκστρατεία : Βυθισμένος λοιπόν
σε κάποια σκέψη του, στεκόταν απ' τα χαράματα στο ίδιο μέρος
και συλλογιζόταν και καθώς δεν του 'ρχόταν αυτό που ζητούσε,
αντί να το παρατήσει, στάθηκ' εκεί κι έστιβε το μυαλό του
για να το 'βρει. Είχε πια μεσημεριάσει κι ο κόσμος τον είχαν
μυριστεί κι ο ένας στον άλλον έλεγε γεμάτος απορία, πως ο
Σωκράτης απ' την αυγή στέκετ' εκεί καρφωμένος και βασανίζεται
με κάποια του σκέψη. Τέλος πάντων, σαν πήρε να βραδιάζει κι
είχαν-τελειώσει το φαΐ τους, μερικοί φαντάροι από την Ιωνία
έσυραν έξω από τις σκηνές τα στρωσίδια τους (ήταν καλοκαίρι
τότε) και, καθώς είχαν ξαπλωθεί στο δροσιό, τον παραφύλαγαν
να δουν, αν θα στεκόταν εκεί όρθιος όλη τη νύχτα. Κι αυτός
έστεκ’ εκεί ακίνητος, ώσπου ξημέρωσε και βγήκε ο ήλιος. Έπειτα
προσευχήθηκε στον ήλιο κι έφυγε.
|