Η γενναιότητα του Σωκράτη στον πόλεμο

 

[Πλάτ. Συμπόσιον 220e – 221b, μτφρ. Αλ. Παπαγεωργίου ].


[Μιλάει ο Αλκιβιάδης] Αν θέλετε τώρα, να δείτε τι έκανε και στις μάχες, ακούστε. Γιατί, χωρίς άλλο, δίκιο είναι, παινεύοντάς τον, ν’ αναγνωρίσω τι χρωστάω σ’ αυτόν. Πάνω λοιπόν στη μάχη –γι’ αυτήν κιόλας έπειτα οι στρατηγοί μου δώσανε το βραβείο της ανδρείας—αυτός μου έσωσε τη ζωή, κανένας άλλος ! Ήμουν πληγωμένος· κι αυτός όχι μονάχα δε δέχτηκε να μ' εγκαταλείψει, παρά έσωσε και τα όπλα μου κι εμένα τον ίδιο. Εγώ βέβαια και τότε, Σωκράτη, επέμενα σ’ εσένα να δώσουν οι στρατηγοί το βραβείο της ανδρείας. Όσο γι’ αυτό, τουλάχιστον, ούτε μπορείς να 'χεις κανένα παράπονο μαζί μου, ούτε θα πεις πως λέω ψέματα. Ωστόσο, για να πω την αλήθεια, όταν οι στρατηγοί, αναγνωρίζοντας την κοινωνική μου θέση, θέλανε να δώσουν σ' εμένα το βραβείο, συ ο ίδιος έδειξες τότε μεγαλύτερη προθυμία απ’ αυτούς να πάρω εγώ το βραβείο κι όχι εσύ. Εξόν απ’ αυτά, αγαπητοί μου, θ΄ άξιζε τον κόπο να βλέπατε το Σωκράτη την εποχή που ο στρατός μας νικημένος υποχωρούσε από το Δήλιο. Εγώ τότε έτυχε να υπηρετώ στο ιππικό, κι αυτός στο πεζικό· οπισθοχωρούσε λοιπόν μαζί με το Λάχη, ενώ όλοι οι άλλοι είχαν πια σκορπίσει εδώ κι εκεί. Τους συναντώ τότε τυχαία· σαν τούς είδα, αμέσως τους φωνάζω να κάνουν κουράγιο και τους έλεγα πως δε θα τούς αφήσω.
«Σ' αυτή λοιπόν, που λέτε, την περίσταση—έτσι όπως ήμουνα καβάλα στ' άλογο κι είχα λιγότερο φόβο—αντίκρισα με κρυφό καμάρι το Σωκράτη καλύτερα παρά στην Ποτείδαια. Πρώτα-πρώτα, παρατήρησα πόσο τον ξεπερνούσε το Λάχη στην ψυχραιμία. Έπειτα, μου φαινόταν πως κι εκεί περπατούσε ακριβώς όπως κι εδώ, απαράλλαχτα καθώς τον παράστησες κι εσύ Αρισταφάνη: κορδωμένος και λοξοκοιτάζοντας [Αριστοφάνη Νεφέλες 362).Ατάραχος εκοίταζε ολόγυρά του φίλους κι οχτρούς, κι από μακριά έδειχνε στον καθένα πως, αν τολμούσε ν' απλώσει χέρι πάνω στον άντρα αυτόν, θα κονταροχτυπιόταν μαζί του παλληκαρίσια. Έτσι λοιπόν υποχωρούσε στα σίγουρα κι αυτός κι ο σύντροφός του. Γιατί στον πόλεμο, όσους κρατάνε τέτοια στάση, δεν τους αγγίζουν καν, παρά κυνηγάνε αυτούς που το βάζουν στα πόδια και φεύγουν τρεχάτοι.

 

 

1 | 2 | 3 | 4 | 5 | 6 | 7| 8| 9 | 10