«Τώρα καιρός να βγούμε, να δοκιμαστούμε στα πολλά
αγωνίσματα
να χει κι ο ξένος, στην πατρίδα του όταν φτάσει, να διηγάται
στους δικούς του πόσο υπερβάλλουμε τους άλλους
στην πυγμαχία, την πάλη, στο άλμα και τον δρόμο.
Μίλησε και προχώρησε, οι άλλοι πήγαιναν στα βήματά του.
Τότε κι ο κήρυκας κρέμασε πάλι τη μελωδική κιθάρα
στο ίδιο ξύλινο καρφί, πήρε απ' το χέρι τον Δημόδοκο
και τον οδήγησε έξω από το παλάτι - στον δρόμο που
πορεύονταν
οι πρώτοι των Φαιάκων, να δουν και να θαυμάσουν τα
αγωνίσματα.
Και φτάνοντας στην αγορά, κόσμος πολύς μαζεύτηκε,
μυριάδες. Εκεί σηκώθηκαν να πιάσουν τα αγωνίσματα άξιοι
νέοι και πολλοί.
Πετάχτηκε ο Ακρόνεος, ο Ωκύαλος κι ο Ελατρεύς,
Ναυτέας και Πρυμνέας,
Αγχίαλος και Ερετμεύς,
Ποντέας και Πρωρεύς, Θόων και Αναβησίνεος,
μαζί τους κι ο Αμφίαλος, του Τεκτονίδη Πολυνήου ο γιος
πετάχτηκε κι ο Ευρύαλος σαν βροτοκτόνος Άρης,
γιος του Ναυβόλου, ο ωραιότερος
στην όψη και στο σώμα
ανάμεσα σ' όλους τους Φαίακες, δεύτερος όμως στη σειρά
μετά τον Λαοδάμαντα, που πάνω
του δεν έβρισκες ψεγάδι.
Πάνω πετάχτηκαν τρεις γιοι του άψογου Αλκίνοου
ο Λαοδάμας, ο Άλιος, ισόθεος ο Κλυτόνηος.
Τότε ξεκίνησαν να παραβγούν στο τρέξιμο
ξάνοιγε μπρος στο σήμα της αρχής ο δρόμος, κι όρμησαν όλοι
τους,
πετώντας και σηκώνοντας σύννεφα σκόνης.
Στο τρέξιμο ξεχώρισε κατά πολύ ο Κλυτόνηος -
πόσο δύο μούλες, το χωράφι οργώνοντας, φτάνουν στο τέρμα
μονομιάς, τόσο κι εκείνος προπορεύτηκε, και πάλι πίσω
γύρισε στον κόσμο, που τους άλλους έβλεπε
να μένουν πίσω.
Μετά δοκίμασαν την ανελέητη πάλη - σ' αυτήν ο Ευρύαλος
νίκησε τους καλύτερους.
Ανώτερος στο άλμα από τους άλλους φάνηκε ο Αμφίαλος,
στον δίσκο τούς ξεπέρασε όλους
βγαίνοντας πρώτος ο Ελατρεύς,
στην πυγμαχία ο Λαοδάμας, του Αλκίνοου ο γενναίος γιος.
Κι όταν οι πάντες ένιωσαν βαθιά την τέρψη
των αγώνων, πήρε τον λόγο να μιλήσει ο Λαοδάμας,
του Αλκίνοου ο γιος:
'Φίλοι, θαρρώ πως πρέπει να ρωτήσουμε κι αυτόν τον ξένο
αν κάποιο ξέρει αγώνισμα και το κατέχει κακός δε φαίνεται,
αν κρίνουμε από το ανάστημά του. Μηροί και κνήμες,
τα δυο χέρια του ψηλά, ο αυχένας, όλα του δείχνουν
δύναμη και σθένος, και δεν νομίζω να τον εγκατέλειψε
κι νιότη μόνον οι συμφορές τον τσάκισαν πολλές
εγώ δεν ξέρω άλλο κακό χειρότερο απ' τη θάλασσα,
μπορεί να καταλύσει τον καθένα, ακόμη κι όταν
περισσεύει η αντοχή του'.
Του ανταπάντησε όμως μιλώντας ο Ευρύαλος:
'Σωστός ο λόγος σου και μετρημένος, Λαοδάμα
πήγαινε ο ίδιος τώρα να τον προκαλέσεις,
εξήγησε την πρότασή σου'
Τον άκουσε ευγενικός ο γιος του Αλκίνοου, πήγε
και στάθηκε στη μέση, κι εκεί τον Οδυσσέα προσφώνησε:
'Έλα και συ, πατέρα ξένε, να παραβγείς σε κάποιο αγώνισμα,
όποιο νομίζεις πως κατέχεις, γιατί δεν φαίνεσαι άπειρος
στα αθλήματα. Λέω, στον κόσμο
δεν υπάρχει δόξα μεγαλύτερη,
αν κάποιος κάτι κατορθώσει είτε στα πόδια είτε με τα χέρια
του.
Έλα λοιπόν και συ, δοκίμασε, διώξε τη θλίψη απ' την ψυχή σου
πολύ πια δεν απέχει η ώρα της επιστροφής σου έτοιμο
το καράβι στα βαθιά νερά, έτοιμοι κι όσοι θα σε
συντροφέψουν'.
Ευθύς του αντιμίλησε με την πολλή του γνώση ο Οδυσσεύς:
'Ω Λαοδάμα, μη με σπρώχνετε σε
πράγματα που με πληγώνουν,
γιατί σε μένα πιο πολύ βαραίνουν πάθη απ' ό,τι άθλοι,
τόσα που τράβηξα στο παρελθόν, τόσα που υπέφερα
και τώρα κάθομαι στην αγορά μπροστά σας ,
με τον καημό του νόστου μου,
τον βασιλιά ικετεύοντας και τον λαό σας'.
Τότε πετάχτηκε ο Ευρύαλος,
προκλητικός κι εριστικός:
'Όχι, δεν είσαι ξένε, ένας που ξέρει από αγώνες,
όποιους και όσους συνηθίζει ο άλλος κόσμος.
Μάλλον μου φαίνεσαι κάποιος που τριγυρίζει
με το πολύκωπο καράβι του, σε ναυτεμπόρους αρχηγός,
κι άλλο δεν σκέφτεται απ' το φορτιό και την πραμάτεια,
ό,τι κερδίσει αρπάζοντας πάντως αθλητικός δεν μοιάζεις'.
Λοξά τον κάρφωσε και μίλησε με τη δική του γνώση ο
Οδυσσεύς:
'Ξένε, δεν μας τα λες καλά φαίνεσαι με το παραπάνω
ξιπασμένος.
Το δείχνεις, πως δεν δίνουν οι θεοί χάρες αμοίραστες
στον κάθε άνθρωπο: παράστημα συνάμα και μυαλό και λέγειν.
Αν κάποιος υπολείπεται στην ομορφιά, του αντιχάρισε ο θεός
όμορφο τότε λόγο, κι άλλοι χαίρονται να τον κοιτούν
όταν εκείνος αγορεύει απρόσκοπτα με μια γλυκιά σεμνότητα
στη συντροφιά του, αμέσως ξεχωρίζει
κι όταν στην πόλη κατεβαίνει να μιλήσει,
τον αντικρίζουν όλοι σαν θεό.
Κάποιος αντίθετα έχει την ομορφιά των αθανάτων, όμως
δεν τον στολίζει και το χάρισμα του ωραίου λόγου.
Έτσι και συ την ομορφιά σου ούτε θεός δεν θα μπορούσε
να την κάνει ανώτερη, ο νους σου ωστόσο είναι λίγος και
λειψός.
Κι αν έτσι σου μιλώ, εσύ με ερέθισες με τ' άκοσμά σου
λόγια,
βαθιά κεντώντας την ψυχή μου. Σε βεβαιώνω πως εγώ
δεν είμαι άμοιρος, όπως το είπες και το πίστεψες,
σ' αγώνες και αγωνίσματα
άλλοτε ήμουνα, νομίζω, από τους πρώτους, όσο με στήριζαν
νιάτα κι αυτά τα χέρια. Τώρα βαρύνομαι με συμφορές και
πάθη,
τόσα που σήκωσα στον πόλεμο με τους ανθρώπους,
στο πέλαγος με κύματα θεοτικά.
Και μολοντούτο, με τόσα πάθη, θα δοκιμάσω τα αγωνίσματά σας,
γιατί ο λόγος σου δάγκωσε την ψυχή μου, ξάναψες το
φιλότιμό μου'.
Είπε κι ευθύς, έτσι ντυμένος με τη χλαίνη του, πήδηξε πάνω
κι έπιασε πέτρινο δίσκο - τον πιο μεγάλο και παχύ,
κατά πολύ βαρύτερο από κείνον που οι Φαίακες συνήθιζαν
να ρίχνουν μεταξύ τους.
Πρώτα τον στριφογύρισε, κι όταν τον εξαπέλυσε το στιβαρό
του χέρι,
βούιξε η πέτρα σκύβουν στο χώμα οι Φαίακες
-
αυτοί που το μακρύ κουπί αγαπούν και καμαρώνουν για τα
πλοία τους
-
μήπως τους πάρει η ριπή του δίσκου που φεύγοντας
από το χέρι του, πετούσε τώρα μ' απίστευτη ταχύτητα,
πέρα απ' τα σήματα των άλλων.
Τότε κι η Αθηνά, μ' όψη θνητού, το τέρμα σημαδεύοντας,
από μακριά τού φώναξε, να την
ακούσουν:
'Κι ένας τυφλός ακόμη, ξένε, θα ξεχώριζε το σήμα σου
ψάχνοντας με τα χέρια γιατί δεν είναι το δικό σου τέρμα
μες στα πολλά των άλλων, εβγήκε πρώτο με μεγάλη διαφορά.
Θάρρος λοιπόν και πέτυχε καλά σ' αυτό το αγώνισμα
άλλος από τους Φαίακες δεν θα σε φτάσει, μήτε
και θα σε ξεπεράσει'.
Έτσι του μίλησε, κι ευφράνθηκε βασανισμένος ο Οδυσσεύς και
θείος,
όλος χαρά που βρήκε σύντροφο στον αγώνα του καλό.
Τότε με θάρρος κι ανακούφιση στράφηκε προς τους Φαίακες:
'Κοπιάστε παλικάρια μου, να φτάσετε τον δίσκο μου
σε λίγο ρίχνω κι άλλον, τόσο μακριά ή και μακρύτερα.
Αν κάποιος θαρραλέος, θέλει, που να το λέει κι η καρδιά
του,
ας παραβγεί μαζί μου σε οτιδήποτε - αλήθεια, μ' έχετε
χολώσει
αφάνταστα - στην
πυγμαχία, στην πάλη, ακόμη και στο τρέξιμο.
Δεν θ' αρνηθώ, και προκαλώ τους Φαίακες όλους, μόνον
τον Λαοδάμαντα εξαιρώ, τον ξένο
που με φιλοξένησε
γιατί ποιος μ' έναν φίλο, που του δείχνει αγάπη,
θα 'νοιγε μάχη σίγουρα θα 'ταν
τιποτένιος κι άμυαλος,
ένας που ανταγωνίζεται εκείνον που τον ξένισε
σε ξένον τόπο όποιος το κάνει, όλο το δίκιο του το χάνει.
Από τους άλλους όμως κανέναν δεν αρνούμαι, κανέναν
δεν περιφρονώ θέλω να δω πόσο ο καθένας αξίζει,
αν παραβγεί μαζί μου. Πάντως δεν είμαι ανάξιος
σ' όσους αγώνες οι άντρες αγωνίζονται.
Ξέρω καλά πώς το καλοξυσμένο τόξο να χειρίζομαι,
και πρώτος θα μπορούσα να πετύχω με το βέλος τον αντίπαλό
μου
ανάμεσα σ' άλλους εχθρούς, ακόμη κι αν στο πλάι μου
στέκουν
σύντροφοι πολλοί, κι αυτοί τοξεύοντας.
Ο Φιλοκτήτης μόνος με ξεπερνούσε τότε στο δοξάρι,
εκεί στων Τρώων τη χώρα, κάθε φορά που οι Αχαιοί τοξεύαμε.
Από τους άλλους όμως περηφανεύομαι πως υπερέχω, και
μάλιστα
πολύ, όσοι θνητοί ζούνε στη γη και τρων ψωμί.
Δεν συνερίζομαι, και δεν το θέλω, τους παλιούς μου ήρωες,
μήτε τον Ηρακλέα μήτε τον Εύρυτο από την Οιχαλία
εκείνοι ακόμη και με τους θεούς συναγωνίστηκαν στο τόξο.
Γι' αυτό κι ο μέγας Εύρυτος χάθηκε πριν της ώρας του, δεν γέρασε
στο αρχοντικό του ο Απόλλων χολωμένος τον θανάτωσε,
όταν εκείνος τον προκάλεσε να παραβγούν στο τόξο.
Ρίχνω και δόρυ, πιο μακριά από όσο οι άλλοι τη σαΐτα τους
φοβάμαι μόνον για τα πόδια μου, και κάποιος από σας τους
Φαίακες
ίσως μπορούσε να μ' αφήσει πίσω. Γιατί με τσάκισε, με
δάμασε
άσχημα το κύμα, μέρες δεν είχα να πιαστώ καν σ' ένα ξύλο
καραβιού - έτσι μου
λύθηκαν τα γόνατα'.
Τελειώνοντας, έμειναν όλοι τους αμίλητοι και βυθισμένοι
στη σιωπή,
Ώσπου ο Αλκίνοος πήρε τον λόγο να μιλήσει:
'Ξένε, όσα αγορεύεις και μας είπες δεν είναι αχάριστα
ασφαλώς
θέλησες ν' αποδείξεις και τη δική σου αρετή, που
συντροφεύει
τη ζωή σου από θυμό, που αυτός ο νιος
μπροστά στους άλλους βγήκε να σε προσβάλει αστόχαστα,
δείχνοντας περιφρόνηση στην αρετή σου,
όση κανείς δεν θα τολμούσε να προφέρει, αν είχε φρόνηση
και λόγια μετρημένα.
Πρόσεξε όμως τώρα και τον δικό μου λόγο, να' χεις να λες
στον άλλο κόσμο, όταν μες στο δικό σου το παλάτι κάποτε,
σ' ένα τραπέζι καθισμένος με τη γυναίκα και τα τέκνα σου,
θα μνημονεύεις τη δική μας αρετή ποια έργα ο Δίας
μας αξίωσε κι εμάς να ασκούμε, από τα χρόνια
των πατέρων μας, αδιάκοπα.
Δεν είμαστε, λοιπόν, ακατανίκητοι πυγμάχοι μήτε και
παλαιστές,
αλλά στο τρέξιμο πετούν τα πόδια μας, και δεν θα βρεις
καλύτερον μας στα καράβια».
|