Ηλέκτρα: |
Πάνω στην ώρα γέροντα. να τους. |
| Γέροντας: |
Άρχοντες φαίνονται, αλλά αυτό ξεγελάει.
Πολλοί, αν και άρχοντες, είναι κακοί.
Όπως να 'ναι όμως. Χαιρετώ τους ξένους. |
| Ορέστης: |
Σε χαιρετούμε γέροντα.
Ηλέκτρα, ποιος φίλος είναι ο γέροντας; |
Ηλέκτρα: |
Αυτός ανέθρεψε τον πατέρα μου. |
Ορέστης: |
Πώς; Αυτός φυγάδεψε τον αδερφό σου τότε; |
Ηλέκτρα: |
Αυτός τον έσωσε, αν ζει ακόμα. |
| Ορέστης: |
Μπα! Γιατί με κοιτάει έτσι;
Σαν να ψάχνει νόμισμα να δει αν είναι ασημένιο! |
Ηλέκτρα: |
Ίσως να χαίρεται επειδή σε βλέπει ως φίλο. |
Ορέστης: |
Φίλος του είμαι. Αλλά γιατί με τριγυρνάει; |
Ηλέκτρα: |
Και 'γω παραξενεύομαι. |
| Γέροντας: |
Κόρη μου Ηλέκτρα! Καλότυχη!
Ευχαρίστησε τους θεούς. |
Ηλέκτρα: |
Για ποιο παλιό καλό; Ή για τωρινό; |
Γέροντας: |
Για την ευτυχία τούτη που σου στέλνουν οι θεοί. |
Ηλέκτρα: |
Ναι. Τους ευχαριστώ. Τι θέλεις να πεις όμως! |
Γέροντας: |
Κοίταξε κόρη μου αυτόν τον αγαπημένο μας. |
Ηλέκτρα: |
Από ώρα τώρα σκέφτομαι μήπως ξεκούτιανες. |
Γέροντας: |
Ξεκούτιανα εγώ; Που βλέπω τον αδερφό σου; |
Ηλέκτρα: |
Τι λες γέροντα! Ανέλπιστα λες! |
Γέροντας: |
Λέω ότι βλέπω τον Ορέστη. Το γιο του Αγαμέμνονα! |
Ηλέκτρα: |
Τι σημάδι; Πες μου να πειστώ. |
| Γέροντας: |
Το σημάδι ανάμεσα στα φρύδια!
Τότε που έπεσε και χτύπησε-
Που κυνηγούσατε μαζί στο παλάτι μέσα ελαφάκι. |
| Ηλέκτρα: |
Θεέ μου!
Το βλέπω το σημάδι! |
Γέροντας: |
Κι ακόμα δεν τον αγκαλιάζεις; |
| Ηλέκτρα: |
Αχ γέροντα! Το σημάδι μου μίλησε!
Ορέστη μου! Ανέλπιστε!
Μετά από τόσα!... |
Ορέστης: |
Σε βρίσκω και 'γω!... |