Λαέρτης

Όταν βρήκε τον Λαέρτη μόνο στην περιποιημένη πεζούλα, να σκαλίζει ένα αμπέλι, αξιοθρήνητο στα κουρελιασμένα ρούχα της δουλειάς, βρόμικα και μπαλωμένα, με κομμάτια δέρμα να προστατεύουν χέρια και πόδια από τα βάτα, και σαν να μην έφταναν αυτά, βέβαιο σημάδι της βαθιάς του θλίψης, ένα καπέλο από δέρμα κατσίκας, ο Οδυσσέας έκλαψε στη σκιά μιας αχλαδιάς για τον πατέρα του, τόσο γέρο και εξαθλιωμένο, που το μόνο που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν να τον φιλήσει, να τον αγκαλιάσει, και να του αποκαλύψει όλη την ιστορία. Όλη η ιστορία όμως είναι ένας κατάλογος κι ύστερα άλλος. Έτσι περίμενε να αναδυθούν από εκείνον τον βασιλικό κήπο εικόνες των παιδικών του χρόνων, όταν τρέχοντας πίσω από τον πατέρα του ρωτούσε για ό,τι έβλεπε μπροστά του. Τις δεκατρείς αχλαδιές, τις δέκα μηλιές, τις σαράντα συκιές, τις πενήντα σειρές αμπέλι, να ωριμάζουν σε διαφορετικές εποχές, για να προσφέρουν συνεχώς σοδειά. Ώσπου ο Λαέρτης αναγνώρισε τον γιο του και, με τρεμάμενα γόνατα, ζαλισμένος, τύλιξε τα χέρια γύρω από τον λαιμό του τρανού Οδυσσέα, που τράβηξε τον γέροντα, έτοιμο να λιποθυμήσει, στο στήθος του και τον κράτησε εκεί, και νανούρισε σαν κλαράκια τα κόκαλα του πατέρα του, που όλο και μίκραινε μέρα με τη μέρα.



Michael Longley,
μτφρ. Χάρη Βλαβιανού, περιοδικό Ποίηση, τχ. 26,
Φθινόπωρο -Χειμώνας 2006, εκδ. Νεφέλη