Όταν ο Αχιλλέας, παραμερίζοντας το θυμό του, αποφασίζει να βγει ξανά στη μάχη και να σκοτώσει τον 'Έκτορα, για να εκδικηθεί το θάνατο του Πάτροκλου, βρίσκεται δίχως όπλα. Τα καινούργια άρματα, που χρειάζονται στον Αχιλλέα, η μητέρα του η Θέτιδα θα ανεβεί στον Όλυμπο και θα παρακαλέσει τον Ήφαιστο να του τα μαστορέψει. Ο θεός κλείνεται στο εργαστήρι του, ανάβει τα καμίνια του και στρώνεται στη δουλειά.
Το αποτέλεσμα είναι αντάξιο της φήμης του αλλά και του ήρωα, ο οποίος θα κρατήσει τα όπλα: ο θώρακας λάμπει σα φλόγα, το κράνος είναι πανώριο, πλουμιστό, με φούντα μαλαματένια, οι κνημίδες μοναδικές. Μα πάνω από όλα είναι η ασπίδα, που ο Ήφαιστος θα δουλέψει για ώρα πολλή. Για να γίνει στέρεη, θα την κάνει με πέντε απανωτές στρώσεις, δύο από καλάι, δυο από μπρούντζο και μια, τη μεσαία, από μάλαμα. Και έπειτα θα την πλουμίσει όσο δεν πλουμίστηκε καμία ασπίδα στον κόσμο.
Η ασπίδα είναι στρογγυλή και η εξωτερική της επιφάνεια θα σκεπαστεί ολόκληρη με εικόνες από χρυσάφι, ασήμι, καλάι και άλλα πολύτιμα υλικά, καταταγμένες σε πέντε ομόκεντρους κύκλους. Ο Ήφαιστος ζωγράφισε πάνω σ' αυτό το όπλο ολόκληρη τη ζωή των θεών και των ανθρώπων. Έφτιαξε πρώτα απ' όλα τα πρωταρχικά στοιχεία της φύσης: τη Γη, τον Ουρανό, τον Ήλιο και τον Ωκεανό που περικλείει τα πάντα. Έπειτα ζωγράφισε όλα τα αστέρια του ουρανού, τις Πλειάδες, τις Υάδες, τον Ωρίωνα και την Άρκτο. Αναπαράστησε σκηνές γάμου και γαμήλιου γλεντιού, δίκης στην αγορά και μάχες μπροστά στα τείχη πολιορκημένης πόλης. Αμέσως μετά ζωγράφισε σκηνές πιο ήπιες, πιο καθημερινές σε καιρό ειρήνης: το θερισμό και τον τρύγο, μα και λευκά πρόβατα να βόσκουν σε καταπράσινο λιβάδι και πλάι τους στάβλους και τις καλύβες των βοσκών. Δίπλα υπήρχε μία παράσταση χορού. Έφηβοι και νεαρές κοπέλες στεφανωμένοι με λουλούδια και ντυμένοι με αστραφτερά ρούχα και μακρείς χιτώνες χόρευαν και ο θεϊκός τραγουδιστής έπαιζε τη λύρα του και ρύθμιζε τα βήματά τους.
Η περιγραφή αυτή της ασπίδας του Αχιλλέα γέννησε πλήθος προβλημάτων στους φιλόλογους και στους αρχαιολόγους. Κάποιοι πίστεψαν πως ο Όμηρος περιγράφει εδώ μία πραγματική ασπίδα. Άλλοι παρατήρησαν πως η τεχνική της διακόσμησης και ορισμένα θέματα προδίνουν μυκηναϊκή καταγωγή και γι΄ αυτό υποστήριξαν πως η ασπίδα ολόκληρη πρέπει να είναι μυκηναϊκή, ορθογώνια λοιπόν, όχι κυκλική. Βρέθηκαν κάποιοι άλλοι που πίστεψαν ότι με τον τρόπο που περιγράφεται η ασπίδα με τις ειρηνικές της σκηνές, κόβει απότομα την έντονη πολεμική δράση της Ιλιάδας και δεν μπορεί να είναι γνήσιο έργο του Ομήρου. Υποστήριξαν, λοιπόν, ότι αποτελούσε ένα αυθυπόστατο μικρό έπος, που προστέθηκε αργότερα εδώ.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την αλήθεια. Ωστόσο, ένα είναι σίγουρο: μέσα στην αποκλειστικά πολεμική ατμόσφαιρα της Ιλιάδας, μέσα στα ηρωικά κατορθώματα και το θάνατο τόσων παλικαριών, η περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα μάς ανοίγει μία σειρά από εικόνες, όπου ο πόλεμος είναι μία μόνο φάση της ζωής και όχι η πιο σημαντική. Οι ειρηνικές σκηνές υπερισχύουν εδώ. Και οι μεγάλοι ήρωες με τα τιμημένα ονόματα παραμερίζονται για μία στιγμή. Ο ποιητής μάς μιλάει τώρα για τις χαρές και τους καημούς του απλού ανώνυμου λαού. Αυτό δε θα πει πως άλλος πρέπει να είναι ο ποιητής της ασπίδας και άλλος ο ποιητής της υπόλοιπης Ιλιάδας. Ένας μεγάλος δημιουργός, όπως στάθηκε ο Όμηρος, είναι πάντα πολύφωνος. Γι΄ αυτό μπορεί να περιγράφει όλο τον κόσμο, όλες τις ομορφιές του, όλες τις χαρές του κι όλους τους πόνους του. Ωστόσο, σαν να ήθελε να υποδηλώσει πως όσο και να ψάλει πολέμους η καρδιά του δεν ανήκει σ΄ αυτούς, πως η αγριότητά τους είναι ξένη με την ψυχή του, παρουσίασε τον ίδιο τον εαυτό του να ψάλει - μοναδική φορά μέσα στην Ιλιάδα - όχι στο στρατόπεδο των Ελλήνων, ούτε στην πολιορκημένη Τροία, παρά στην ασπίδα, ανάμεσα στους νέους και στις κοπέλες που χορεύουν....
|