Γεύμα στον Αριστοφάνη

Παρακόρη :  

Αγαπητέ Ηρακλή! Μας ήρθες; Έμπα. Η θεά μας, μόλις τ' άκουσε, ζυμώνει ψωμιά, βάζει να βράσουν δυο τρεις χύτρες όσπρια καλά κοπανισμένα, φάβα, στη θράκα βόδι ολόκληρο, και φτειάνει δίπλες και τηγανίτες. Έλα μέσα.


Ξανθίας :  


(δισταχτικά) Ευχαριστώ.


Παρακόρη :  


Δε θα σ' αφήσω, α! όχι, να φύγεις. Βράζει κότες, και σου φρύγει στραγάλια, και γλυκό κρασί ετοιμάζει. Έλα μαζί μου.


Ξανθίας :  


Ευχαριστώ.


Παρακόρη :  


Μπα! Αστείο. Δε θα σ' αφήσω. Έλα μέσα. Ο μάγερας τα ψάρια ετοιμαζόταν να βγάλει από τη φωτιά. Τραπέζι στρώναν.

Αριστοφάνης, Βάτραχοι, 502-522
Μτφρ.: Θρ. Σταύρου