«Μερικοί από αυτούς, όπως φαίνεται, όταν έφταναν πριν από την καθορισμένη ώρα, κάνοντας γύρους κοντά στην εξώπορτα ρωτούσαν τους δούλους που έβγαιναν έξω τι θα σερβιριζόταν και ποιο χρονικό πλάτος θα έχει το γεύμα. Κάθε φορά λοιπόν που άκουγαν ότι θα σερβιριζόταν λαχανικό ή παστό ψάρι, έφευγαν πίσω, ενώ κάθε φορά που άκουγαν ότι θα σερβιριζόταν κρέας, ορμούσαν στην αίθουσα που ήταν ετοιμασμένη προς τούτο.
Σε κάθε κλίνη ήταν ετοιμασμένη μια ψάθα το καλοκαίρι και μια προβιά το χειμώνα. Ο καθένας όμως έπρεπε να φέρει ένα προσκέφαλο. Το ποτήρι που περιφερόταν δεν ήταν μεγαλύτερο από μια κοτύλη και επιδόρπιο συνεχώς ήταν ένα λούπινο ή κουκί, ενώ κάποτε προσφερόταν φρούτο εποχής, το καλοκαίρι απίδι ή ρόδι, την άνοιξη το όσπριο ώχρος και τη χειμερινή περίοδο ξεραμένα σύκα.