"Τότε πάλι ο Σωκράτης είπε: "Να πίνουμε, φίλοι μου, κι εγώ πολύ το θέλω. Γιατί στ' αλήθεια το κρασί ποτίζοντας τις ψυχές κοιμίζει τις λύπες, όπως ο μανδραγόρας τους ανθρώπους, ενώ τις καλές διαθέσεις τις φουντώνει όπως το λάδι τη φωτιά. Νομίζω, όμως, ότι και τα συμπόσια των αντρών παθαίνουν τα ίδια με τα φυτά της γης. Γιατί και κείνα, όταν ο θεός τα ποτίζει υπερβολικά, δεν μπορούν ούτε να στυλωθούν όρθια ούτε να δεχθούν τις πνοές της αύρας. Όταν, όμως, πίνουν όσο τα ευχαριστεί, αναπτύσσονται πολύ στητά και φθάνουν θάλλοντας σε καρποφορία. Έτσι κι εμείς αν ποτιστούμε με άφθονο πιοτό, τότε γρήγορα τα σώματα και τα πνεύματά μας θα βλαφτούν και όχι μόνο δεν θα μπορούμε να λέμε τίποτα αλλά ούτε και ν' αναπνέουμε. Αν, όμως, οι υπηρέτες συχνά μας δροσίζουν με μικρές κύλικες - για να μιλήσω κι εγώ με τα λόγια του Γοργία - έτσι, χωρίς να μας βιάζει το κρασί να μεθύσουμε, αλλά προχωρώντας σταδιακά, θα φθάσουμε στην πιο εύθυμη διάθεση".