Αν έχω γείτονα τινά και έχει παιδίν αγόριν
Να τον ειπώ ότι «μάθε το γραμματικά να ζήση»;
αν ου τον είπω «μάθε το τσαγκάρην το παιδίν σου»,
παρακρουνιαροκέφαλον πάντες να με ονομάσουν!
Και άκουσον την βιοτήν τσαγκάρου, και να μάθης
Την βρώσιν και ανάπαυσιν την έχει καθ' εκάστην.
Γείτοναν έχω πετσωτήν, ψευδοτσαγκάρην τάχα,
πλην ένι καλοψωνιστής, ένι και χαροκόπος.
Όταν γαρ ίδη την αυγήν περιχαρασσομένην
Ευθύς: Ας βράση το θερμόν, λέγει προς το παιδίν του,
Και: Να, παιδίν μου στάμενον εις τα χορδοκοιλίτσια,
αγόρασε και βλάχικον σταμεναρέαν τυρίτσιν,
και δος με να προγεύσωμαι, και τότε να πετσώνω.
Αφού δε κλώση το τυρίν και τα χορδοκοιλίτσια,
καν τέσσερα τον δίδωσι γεμάτα εις το μουχρούτιν,
και πίνει τα και ερεύγεται. Κερνούν τον άλλον ένα,
και παρευθύς υπόδημαν επαίρνει και πετσώνει.
Όταν δε πάλιν, δέσποτα, γεύματος ώρα φθάση,
ρίπτει το καλαπόδιν του, ρίπτει και το σανίδιν
και το σουγλίν και το σφετλίν και τα σφηκώματά του,
και λέγει την γυναίκαν του: «Κυρά, καθές τραπέζιν.
Και πρώτον μίσσον το εκζεστόν, δεύτερον το κρασάτον,
και τρίτον το μονόκυθρον, πλην βλέπε να μη βράζη!»
Αφού δε παραθέσουσι και νίψεται και κάτση,
ανάθεμά με, βασιλεύ, όταν στραφώ και ιδώ τον
το πώς ανακομπώνεται κατά της μαγειρίας,
αν ου κινούν τα σάλια μου και τρέχουν ως ποτάμιν.