Το Διάβα του Αφράτη

 

Εκεί εδιέ ανεβοκατέβαινε αντίπερα τον Αφράτην,
ανέβη και εκατέβη τον, και πόρν ουδέν ευρίσκει.
Σαρακηνός εστέκετον, στέκει, αναγελά τον:
- Σαρακηνοί έχουσιν φαρία, που διώχουν τους αέρες,
την φάσαν και την πέρδικαν απο πτερού την παίρνουν,
και τον λαγόν εις τον ανήφορον απο δρομού τον σώνουν,
κρατούν και κολακεύουν τα και ελεύθερα τ' αφήνουν
και πάλε δε, όταν τους φανεί, τρέχουσιν, πιάνουσίν τα,
και τον Αφράτην ποταμόν ουκ ημπορούν περάσαι,
και συ με το παρίππιν σου θέλεις να τον περάσεις;

Το να τ' ακούσει ο νεώτερος, πολλήν μανίαν επήρεν.
Πτερνιστηρέαν τον μαύρον του κρούει διά να περάσει.
Ήτον ο Αφράτης δυνατός, ήτον και βουρκωμένος,
είχεν και κύματα βαθέα, ήτον και αποχυμένος,
Πτερνιστηρέαν τον μαύρον του κρούει τον και υπάγει.
Στριγγιάν φωνήν ανέσυρεν, όσην κι αν εδυνέτον:
- Ευχαριστώ σε, Θεέ καλέ, και μυριευχαριστώ σε.
Εσύ μ' έδώκες την ανδρείαν, και με την παίρνεις τώρα;
Του ήλθε φωνή αγγελική εξ ουρανού απάνω:
- Και μπήξε το κοντάρι σου εις την φοιινικέαν την ρίζαν,
και μπήξε και τα ρούχα σου ομπρός στο μπροστοκούρβιν,
κέντεσε και τον μαύρον σου, και να περάσεις πέρα.
Πτερνιστηρέαν τον μαύρον του, και πέρασέ τον πέρα.
[ Ουχ!] ν' αφήσει καν τα ρούχα του ο νέος να στεγνώσουν,
πτερνιστηρέαν κρού τον μαύρον του, εις τον Σαρακηνόν υπάγει,
και σπόνδυλον τον έδωσε και εξασαγόνιασέ τον:
- Ειπέ, μωρέ Σαρακηνέ, που έναι τα φουσάτα;
Και τότε ο Σαρακηνός του Αρμούρη συντυχαίνει:
- Θέε μου, σαλά ρωτήματα, τα έχουν οι ανδρειωμένοι,
πρώτα να κρούν τις σφονδυλιές, και τότε να ρωτούσιν.
Μα τον κυρ- Ηλιον τον γλυκύν, μα την γλυκείαν του μάναν,
εψές εξεδιαλέχθημεν καν εκατόν χιλιάδες,
όλοι καλοί και εκλεκτοί, πρασινοσκουταράτοι,
έναι και άνδρες δυνατοί, ουδέ χιλίους φοβούνται,
ουδέ χιλίους, ουδέ μυρίους, ουδέ όσοι τους απαντήσουν.
Πτερνιστηρέαν τον μαύρον του, άνω εις βουνίν ανέβη,
φουσάτον είδε και γνώμιασιν, αριφνισμόν ουκ έχει.

 
 

http://culture.ana-mpa.gr/printarticle.php