| |
Πτερνιστηρίαν* τον μαύρον του κ' επέρασέν τον πέρα.
Ουχί ν' αφήση καν τα ρούχα του ο νέος να στεγνώσουν,
πτερνιστηρίαν τον μαύρον του εις τον Σαρακηνόν υπάγει
και σφόνδυλον* τον έδωκε κ' εξεσαγόνιασέ τον:
"Ειπέ, μωρέ Σαρακηνέ, πού έναι τα φουσάτα;"
"Θεέ μου, σαλά* ρωτήματα τα έχουν οι ανδρειωμένοι,
πρώτα να κρουν* τες σφονδυλές* και τότε να ρωτούσιν!
Μα τον κυρ Ήλιον τον γλυκύν, μα την γλυκέαν του μάναν,
εψές εξεδιαλέχθημεν καν εκατόν χιλιάδες,
όλοι καλοί και εκλεκτοί, πρασινοσκουταράτοι*:
ένι και τέτοιοι από εκεινούς, ουδέ χιλίους φοβούνται,
ουδέ χιλίους, ουδέ μυρίους, ουδέ όσους απαντήσουν!"
Πτερνιστηρία τον μαύρον του, άνω εις βουνίν ανέβη:
φουσάτα* είδε κ' εγνώμιασεν*, αριφνισμόν* ουκ είχαν.
Και τότε πάλε το παιδίν ανανογάται*, λέγει:
"Αν τους πηδήσω* αρμάτωτους*, πάντα καυχάσθαι θέλουν,
ότι τους ηύρα αρμάτωτους και επήρα τους την πρόβαν*".
Στριγγίαν* φωνήν ελάλησεν, όση κι αν εδυνέτον:
"Σαρακηνοί, αρματώνεσθε, σκυλιά, λουρικωθήτε*:
λουρικωθήτε γλήγορα, σκυλιά μαγαρισμένα:
εις απιστίαν μην το 'χετε ότι απέρασεν ο Αρμούρης,
ο Αρμούρης, ο Αρμουρόπουλος, ο Αρέστης ο ανδρειωμένος". |
|