| |
[Η αναμέτρηση του αμιρά με τον Κωνσταντή, αδελφό της κόρης]
Ευθύς εκαβαλίκευσαν, 'ς τον κάμπον κατεβαίνουν•
ως δράκοντες εσύριζαν* και ως λέοντες εβρυχούντα
και ως αετοί επέτουντα και εσμίξασιν οι δύο.
Και τότε να ιδής πόλεμον καλών παληκαρίων
και από της μάχης της πολλής κρούσιν διασυντόμως*
και από τον κτύπον τον πολύν και από το δός και λάβε,
οι κάμποι φόβον είχασιν και τα βουνιά αηδονούσαν*,
τα δέντρη εξεριζώνοντα και ο ήλιος εσκοτίσθη•
το αίμαν εκατέρρεεν εις τα σκαλόλουρά* των
και ο ίδρος* τους εξέβαινεν απάνω απ' τα λουρίκια*.
ήτον και γαρ του Κωνσταντή γοργότερος ο μαύρος,
και θαυμαστός νεώτερος ήτον ο καβαλάρης:
κατέβηκε εις τον αμιρά* και κρούει του ραβδέα*
και εχέρισεν ο αμιράς να τρέμη και να φεύγη.
*Σαρακηνός ελάλησεν τον αμιράν της γλώσσης:
"Πίασε, μούλε*, τον άγουρον*, ταχέως να τον νικήσης,
μη εις σύντομόν του γύρισμα* πάρη την κεφαλήν σου.
Αυτός καλά σ' εσέβηκεν* τώρα να σε γκρεμνίση.
Εγώ ουδέν το εγνοιάζομαι να τον καταπονέσης*,
αλλά μη το καυχάσεται* ότι έτρεψεν* φουσάτα*".
Και ο αμιράς ως το ήκουσεν, μακρέα τον απεξέβην*,
έριψεν* το κοντάριν του και δάκτυλον του δείχνει*
και μετά του δακτύλου του τοιούτον λόγον λέγει:
"Να χαρής, καλέ νεώτερε*, εδικόν σου έναι το νίκος*". |
|