Ο Διγενής και ο Χάρος (1)

 

Τρίτη εγεννήθη ο Διγενής και τρίτη θα πεθάνει.
Πιάνει καλεί τους φίλους του κι όλους τους αντρειωμένους,
να'ρθει ο Μηνάς κι ο Μαυραϊλής, να'ρθει κι ο γιός του Δράκου,
να' ρθει κι ο Τρεμαντάχειλος, που τρέμει η γη κι ο κόσμος.
Και πήγαν και τον ήβρανε στον κάμπο ξαπλωμένο.
Βογγάει, τρέμουν τα βουνά, βογγάει, τρέμουν οι κάμποι.
- Σαν τι να σ' ήβρε Διγενή, και θέλεις να πεθάνεις;
- Φίλοι, καλώς ορίσατε, φίλοι κι αγαπημένοι,
συχάσατε, καθήσατε κι εγώ σας αφηγιέμαι.
Της αραβίνας τα βουνά, της Σύρας τα λαγκάδια,
που κεί συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν,
παρά πενήντα κι εκατό, και πάλε φόβουν έχουν
κι εγώ μονάχος πέρασα πεζός κι αρματωμένος,
με τετραπίθαμο σπαθί, με τρείς οργιές κοντάρι.
Βουνά και κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια,
νυχτιές χωρίς αστροφεγγιά, νυχτιές χωρίς φεγγάρι.
Και τόσα χρόνια που ζήσα δω στον απάνου κόσμο
κανένα δε φοβήθηκα απο τους αντρειωμένους
Τωρά είδα έναν ξυπόλυτο και λαμπροφορεμένο,
ποχει του ρίσυ τα πλουμιά, της αστραπής τα μάτια
με κράζει να παλέψουμε σε μαρμαρένια αλώνια,
κι όποιος νικήσει απο τους δυό να παίρνει την ψυχή του.

Κι επήγαν κι επαλέψανε στα μαρμαρένια αλώνια
κι οθέ χτυπάει ο Διγενής, το αίμα αυλάκι κάνει,
κι οθέ χτυπάει ο Χάροντας, το αίμα τράφο κάνει.

 
 

http://www.myriobiblos.gr