| |
Ως πότε θα'στε ξένιαστοι; Πότε θ' αντρειέψει, νιοί, η καρδιά σας;
Δε ντρέπεστε όσους κατοικούν ολόγυρά σας, που έτσι
το ρίξατε όξω; Λέτε πώς σας σιγουρεύει ειρήνη κι όμως
την οικουμένη ο πόλεμος ακέρια αναταράζει.
Καθένας, πέφτοντας, στερνή φορά ας τινάξει το κοντάρι!
Κι είναι καμάρι και τιμή να διαφεντεύει ο άντρας
τον τόπο του και τα παιδιά και τη γυναίκα την καλή του
απ' τους οχτρούς του ο θάνατος, άμα το γράψ' η μοίρα,
τότε κοπιάζει αλλά μπροστά, σαν πάρει ο πόλεμος ν' ανάψει,
τραβάτε το ίσιο το κορμί και το σπαθί υψωμένο,
σφίγγοντας την ατρόμητη καρδιά κάτου απ' την ασπίδα.
Το θάνατο δε γίνεται να τον ξεφύγει ούτ' ένας
άνθρωπος μήτε απ' τη σειρά των αθανάτων κι αν κρατάει.
Πολλές φορές ξεφεύγοντας των κονταριών τον χτύπο
γυρίζουν και στο σπίτι τους θανατικό ύστερα τους βρίσκει,
Μα αυτοί δεν είναι αγαπητοί και ζηλευτοί στη χώρα,
ενώ μεγάλοι και μικροί θρηνούν τον άλλον, αν πεθάνει
γιατί το λιονταρόψυχο τον μακαρίζουν όλοι
σα σκοτωθεί και ζώντας μαζί με τους ημίθεους στέκει.
Σαν πύργος, σαν καστρόπυργος στα μάτια τους φαντάζει,
γιατί ένας μοναχός του αυτός έδειξε για πολλούς αξιάδα.
|
|