Οδυσσέας

 

Αφού είσουνα ο υπαίτιος του αφανισμού της Τροίας
μην απορείς που βρέθηκες σε θεϊκό κατατρεγμό
παλεύοντας με φθονερούς θεούς
κι άγριες ελπίδες
μην απορείς
εσύ ο πρώτος δόλιος με στους ανθρώπους

η πιο άθλια παγίδα των θεών είναι η νοσταλγία
είναι το ανόσιο παίξιμο με την ψυχή σου
η κακορίζικη χίμαιρα της επιστροφής
μά τι ελπίζεις μές στη σκοτεινή μοίρα σου ταξιδεύοντας
μά τι ελπίζεις φεύγοντας μέα στα χρόνια
τι ελπίζεις
όταν σε σφάζει ο γοερός θρήνος της Τροίας
που σ’ ακολουθεί
όταν ξεσπάει η οργή των θεών και σε σαρώνει
όταν σε γδέρνει ο παράφορος καιρός

γυμνός θα φτάσεις στο νησί σου
- που κάλλιο να μην έφτανες -
χάνοντας τους συντρόφους σου όλους
την αρετή σου σε περιπέτεια άσκοπη
τη φρόνησή σου σε σκληρή άθληση
δίχως νόημα
χάνοντας τα πιο ακριβά χρόνια από τη ζωή σου
ήταν η κακορίζικη χίμαιρα
που σ’ αρρώστησε το νου
το παίξιμο των άκαρδων θεών με την ψυχή σου

όμως εσύ
ο πιο δόλιος των ανθρώπων πως δεν μάντεψες
ποια πίκρα
πόσο παιδεμό
τι νέες πληγές θα φέρει
το τέλος του ανυπόμονου δρόμου σου
ο μάταιος γυρισμός
η θλιβερή σου επάνοδος στη ρημαγμένη Ιθάκη.

 
 

Γ. Σαραντάρης

 
 

Σπύρου Κοκκίνη, Ανθολογία της Νεοελληνικής Ποίησης, Βιβλιοπωλείο της Εστίας