| |
Τιμή να πεθαίνεις στους πρώτους ανάμεσα,
πολεμώντας γερά για την πατρίδα, λεβέντης.
Μα την πατρίδα ν' αφήνεις, τα χωράφια τα πλούσια
και φτωχός να γυρνάς στερημένος απ' όλα,
είναι ντροπή απ' όλες χειρότερη,
να γυρίζεις διωγμένος, με γέρο πατέρα
και μάνα γλυκιά,
με τα παιδιά σου μικρά και την καλή σου γυναίκα.
Βάρος θα είσαι όπου κι αν πας,
ανάγκες γεμάτος και φτώχεια πικρή,
και τη γενιά θα ντροπιάζεις, ανίσχυρος,
και κάθε ατίμωση και συμφορά θ' ακολουθάει.
Τον πλάνητα άντρα και τη γενιά του κανείς
ούτε τον σέβεται ούτε φροντίζει.
Για τη γη μας, λοιπόν, με ψυχή να παλαίψουμε,
για τα παιδιά μας να πέσουμε χωρίς δισταγμό,
δεν είναι τώρα η ζωή μας για λύπη.
Στη μάχη, ω νέοι, τη θέση κρατώντας
μην κάνετε πίσω• και άφοβοι να 'σαστε
με την ψυχή σας στο στήθος γερή και ακράτητη
και τη ζωή σας χαλάλι• άντρας προς άντρα.
Και της μάχης τους συντρόφους -όσους δεν έχουν
της νιότης τη δύναμη,
μην τους αφήνετε στην παράταξη μόνους.
Ντροπή μέσ' τους πρώτους να πέφτει παλιότερος
πριν απ' τον νέο,
με χιόνια μαλλιά και άσπρα τα γένια
και μέσα στο χώμα να ξεψυχά η ψυχή του,
κρατώντας στα χέρια ματωμένα τα όπλα
-ντροπή να τα βλέπεις-
και το σώμα γυμνό ντροπιασμένο να κείται.
Όμως στον νέο όλα ταιριάζουν και όμορφα είναι,
όσο υπάρχει της νιότης η δύναμη.
Τον θαυμάζουν οι άντρες,
τον αγαπούν οι γυναίκες, όσο αναπνέει
και ένδοξος είναι, αν πέσει στους πρώτους.
Όλοι λοιπόν με γερά στυλωμένα τα πόδια στη γη
και τα χείλη με πείσμα να δαγκώνουν ματώνοντας.
|
|
| |
Αρχαίοι Έλληνες Λυρικοί 1, Καλλίνος, Τυρταίος, Αρχίλοχος,
μτφρ.: Κ. Τοπούζης, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1997 |
|