Έρευνα για την επαγγελματική ένταξη και αποκατάσταση παλιννοστούντων, μεταναστών και προσφύγων

Η Ελλάδα από το 1980 και μετά, άλλαξε τη θέση της στην παγκόσμια σκηνή και στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και μεταβλήθηκε από χώρα αποστολής μεταναστών σε χώρα υποδοχής ξένων μεταναστών και παλιννοστούντων Ελλήνων. Επίσης επειδή η Ελλάδα ήταν μια νέα χώρα υποδοχής μεταναστών, βρέθηκε απροετοίμαστη να αντεπεξέλθει στις νεοδημιουργηθείσες συνθήκες. Η μετανάστευση έλαβε σημαντικές διαστάσεις τη δεκαετία του 1990 (αύξηση 380% σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία).

Οι νέο-εισελθόντες στην Ελλάδα και την αγορά εργασίας μετανάστες και πρόσφυγες ήταν στην πλειοψηφία τους παράνομοι ως προς την παραμονή τους ή ακόμη και την είσοδό τους στη χώρα μας. Στην αρχική φάση εντάχθηκαν σε εργασίες και επαγγέλματα που ήταν ανεπιθύμητα από την ελληνική προσφορά εργασίας, καθώς οι εργασίες αυτές είναι ανθυγιεινές με χαμηλές αμοιβές και με χαμηλό κοινωνικό κύρος. Επίσης πολλοί εντάχθηκαν στην παραοικονομία και στο παραεμπόριο.

Ι. Κοινωνικό «προφίλ» και κοινωνική και επαγγελματική ένταξη των παλιννοστούντων Οι πόντιοι παλιννοστούντες από την πρώην ΕΣΣΔ αποτελούν από κοινωνιολογική άποψη μια ιδιαίτερη κατηγορία μεταναστών ή και οιονεί προσφύγων αφού στις περιοχές κατοικία τους (Γεωργία, Αρμενία κ.α.) είχαν ξεσπάσει σημαντικές ταραχές και πόλεμοι. Η μετανάστευση-παλιννόστηση των ποντίων ξεκίνησε τη δεκαετία του ΄60 και ουσιαστικά εντάθηκε μετά τις αρχές της δεκαετίας του ΄80. Το εκπαιδευτικό προφίλ τους, με βάση πρόσφατα στοιχεία του 1996 (αν και σε μικρό δείγμα), παρουσιάζεται ως εξής: Απόφοιτοι Ανώτερης ή Ανώτατης Εκπαίδευσης 45%, απόφοιτοι Δευτεροβάθμιας Γενικής και Τεχνικής Εκπαίδευσης 36% και απόφοιτοι Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης 17%.

Το 2000 το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης πραγματοποίησε έρευνα σε δείγμα 62.000 παλιννοστούντων (αποφοίτων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) από την πρώην ΕΣΣΔ που έδειξε ότι, σε σχέση με τα επαγγέλματα που αυτοί είχαν ειδικευτεί στη χώρα προέλευσής τους και τα ασκούσαν, στην Ελλάδα οι επαγγελματικές ενασχολήσεις τους ήταν αρκετά διαφοροποιημένες. Ειδικότερα η διαφοροποίηση αφορούσε σε επαγγέλματα που απαιτούσαν κάποια επίσημη πιστοποίηση (π.χ. ηλεκτρολόγος, ηλεκτροσυγκολλητής) ή καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας (π.χ. γραμματέας).

Επίσης, έρευνα που έγινε για τους προερχόμενους από τη Γεωργία και το Καζακστάν έδειξε ότι παρουσιάζουν υψηλή γεννητικότητα (άνω του εθνικού μέσου όρου), υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο (άνω του εθνικού μέσου όρου), πιο γρήγορη ένταξη στο εργασιακό χώρο, ενώ αποχωρούν αργότερα (πάνω από την ηλικία των 65 ετών), μεγάλο ποσοστό ανεργίας και ετεροαπασχόλησης ή υποαπασχόλησης και σαφώς χαμηλότερα εισοδήματα. Κύρια αιτία των προβλημάτων αυτών είναι η ανεπαρκής γνώση της ελληνικής γλώσσας και, σε λιγότερο βαθμό, η άγνοια του νομικού συστήματος, η επιφυλακτικότητα των ντόπιων κ.α.

Τέλος, η αναντιστοιχία τίτλων σπουδών δευτεροβάθμιας τεχνικής εκπαίδευσης ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της χώρας προέλευσης σε σχέση με την Ελλάδα, σε συνδυασμό και με την ανεπαρκή γνώση της Ελληνικής γλώσσας, έχει προκαλέσει πληθώρα προβλημάτων που έχουν δείξει οι ως τώρα έρευνες.

ΙΙ. Κοινωνικό «προφίλ» και κοινωνική και επαγγελματική ένταξη των μεταναστών-προσφύγων Σήμερα στην Ελλάδα οι μετανάστες και οι πρόσφυγες υπολογίζονται σε έναν αριθμό μεταξύ 800.000 και 1.000.000 ατόμων (10% του εθνικού μας πληθυσμού). Η μαζική μετανάστευση προς την Ελλάδα σχετίζεται με την πτώση των καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη και στην κατάρρευση των οικονομιών τους.

Όπως δείχνει έρευνα βασισμένη σε στοιχεία του ΟΑΕΔ, η πλειοψηφία των μεταναστών που βρίσκονται στην Ελλάδα είναι ανειδίκευτοι, απασχολούνται στον αγροτικό τομέα, έχουν μέσο επίπεδο εκπαίδευσης και προέρχονται κυρίως από την Αλβανία (65%). Σε ότι αφορά στο επίπεδο εκπαίδευσης των αλλοδαπών, το 49% αυτών είναι απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το 38% πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και μόλις το 9% τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι παραγωγικές ηλικίες πλειοψηφούν (το 38% είναι μεταξύ 30 και 34 ετών). Συνολικά οι εθνικότητες είναι περισσότερες από 100, ενώ οι άνδρες υπερτερούν (αποτελούν το 72%).

Αναφορικά, τέλος, με τη δυνατότητα της Ελληνικής Οικονομίας για περαιτέρω απορρόφηση μεταναστών, σημειώνεται ότι δεν αναμένεται ουσιώδης βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών στην Ελλάδα μέχρι το έτος 2004. Η ανάπτυξη θα είναι περιορισμένη και η ανάγκη για μετανάστες ασήμαντη. Όμως η πίεση για αύξηση του αριθμού των μεταναστών προβλέπεται έντονη.

http://www.migrantsingreece.org/