Ο Κουμανταρέας σ’ αυτό το βιβλίο βρέθηκε σε μεγάλα συγγραφικά κέφια. Και μάλλον έτσι είναι. Διαθέτοντας ένα πολύτιμο οπλοστάσιο στο οποίο κυριαρχούν η αφηγηματική δεινότητα , το προσωπικό στιλ γραφής, το υποδόριο χιούμορ, συνθέτει ψηφίδα ψηφίδα το είδωλο της ελληνικής κοινωνίας ξεκινώντας από τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια μιας ρημαγμένης Αθήνας για να φτάσει στις μέρες μας με την πρωτεύουσα «μια πόλη πολυεθνική πια» να έχει πάρει το χαρακτήρα μικρογραφίας κοσμοπολίτικου κέντρου. Στην εποχή της ατομικότητας και της αμνησίας ο Κουμανταρέας υπενθυμίζει το αγαθό του συναναστρέφεσθαι και συμπάσχειν, κουρδίζει το ρολόι της μνήμης και συνθέτει την ελληνική ανθρωπογεωγραφία με νηφαλιότητα και ακρίβεια.
Είτε πρόκειται για τη γιαγιά Αγγελική, μια γυναίκα που πραγματικά πετάει και επάξια δανείζει τον τίτλο στο βιβλίο, είτε για τη μητέρα του αφηγητή στην περιπετειώδη μα αποκαλυπτική για τον νεαρό σύλληψή τους από την ΟΠΛΑ, είτε για τον ταξιτζή που ακόμα και η ψευδαίσθησή του σε λάθος συσκευή κινητού τηλεφώνου ακουμπάει, είτε για την παρέα των μεσηλίκων παραθεριστών, είτε ακόμα για την αποτελεσματικότητα του νεαρού Αλβανού μετανάστη που αποτρέπει τον καβγά την κατάλληλη στιγμή, είτε πρόκειται για πρόσωπα αληθινά είτε για μυθοπλασία, οι ήρωες και οι ηρωίδες του Κουμανταρέα είναι οι άνθρωποι που συναναστρεφόμαστε και αποστρεφόμαστε, είναι όλοι αυτοί που κυκλοφορούν γύρω μας και πλάι μας, είναι κομμάτια της δικής μας μνήμης και της δικής μας καθημερινότητας, είναι κομμάτια από τις δικές μας πληγές και τα δικά μας όνειρα. Είναι το αποτύπωμα αυτής της ίδιας κοινωνίας στις διαφορετικές της όψεις και χρονικές στιγμές.
Για μια συλλογικότητα πολύ πιο ανθρώπινη και απενοχοποιημένη μιλά ο συγγραφέας. Για τη μοναξιά που δεν υπάρχει λόγος να αναλυθεί περαιτέρω, αφού στην ίδια απόγνωση οδηγεί. Το κατακερματισμένο ελληνικό παρελθόν με τα πολιτικά μίση και πάθη κοιτάζει, νηφάλια όμως. Για ζητήματα που καίνε μιλά, όπως η μετανάστευση. Μόνο που τον «άλλο» τον βλέπει ως αναζωογόνο στοιχείο σε μια κοινωνία κουρασμένη. Κι όταν ακουμπά την ανθρώπινη ψυχή, το κάνει με την αποτελεσματικότητα ενός ψυχαναλυτή και την κατανόηση του συμπάσχοντος ταυτόχρονα. Τους αγαπάει τους ήρωές του ο Κουμανταρέας. Ίσως γιατί κάπου ανάμεσά τους βρίσκεται το δικό του αποτύπωμα, οι δικές του πληγές, «το πιο τίμιο – η μορφή του».
Μένης Κουμανταρέας εκδ. Κέδρος, 2006
|