Eίναι μικρά απλά τραγούδια, που τραγουδούν απλοί άνθρωποι. Είναι ελληνικά τραγούδια που αναπτύχθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα και ολοκλήρωσαν τον κύκλο τους στο τέλος της δεκαετίας του '50. Αν και κατ' αρχάς ερωτικά, τα ρεμπέτικα είναι στο βάθος μάλλον κοινωνικού περιεχομένου. Εξέφρασαν τους ανθρώπους που μετακινήθηκαν, εθελοντικά (εσωτερική ή εξωτερική μετανάστευση) ή με τη βία (προσφυγιά), από την περιφέρεια στις μεγάλες πόλεις. «Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι έκφραση του Ελληνικού λαϊκού πολιτισμού. Συγχωνεύει στους κόλπους του στοιχεία διονυσιακά από την Αρχαία Ελλάδα, μυστικιστικά από το Βυζάντιο και ντερβίσικα από την Τουρκοκρατία σε διάσταση με την κυρίαρχη στη σύγχρονη Ελλάδα ιδεολογία, η οποία καθορίζεται από την Δυτική Ευρώπη και την Β. Αμερική» Παν. Κουνάδης
Η γέννηση....
Ανεπιθύμητοι στο κέντρο των πόλεων αλλά χρήσιμοι στις συναλλαγές των αστών οι άνθρωποι αυτοί εγκαταστάθηκαν σε πρώτη φάση στις άκρες των μεγάλων πόλεων: Σμύρνη, Πειραιάς, Θεσσαλονίκη, Σύρος, Σικάγο, Νέα Υόρκη κ.α. Λιμάνια φιλόξενα στο περιθώριο και την παρανομία. Η εποχή που έγινε γνωστό το ρεμπέτικο τραγούδι είναι κοντινή μεν, άγνωστη δε. Ούτε τα αίτια ανάπτυξης, ούτε οι αρχικές επιδράσεις, ούτε οι πρώτες εστίες του ρεμπέτικου είναι επακριβώς γνωστές. Υποτίθεται ότι οι πιο πάνω πόλεις είναι οι χώροι όπου γεννήθηκε, όχι τυχαία το ρεμπέτικο τραγούδι Το ρεμπέτικο τραγούδι αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία -και όχι μόνο-του λαϊκού πολιτισμού των πόλεων , που συνεχίζει να συγκινεί τις ψυχές των ανθρώπων.
Η πορεία στο χρόνο...
Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι για πολλούς ο κληρονόμος του δημοτικού μας τραγουδιού. Λειτούργησε άλλωστε σαν τέτοιο μέχρι τα χρόνια της Μικρασιατικής καταστροφής. Μετά το 1922, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Εκείνη την εποχή η Ευρωπαϊκή μουσική είχε επιδράσει πολύ στην αστική τάξη, ενώ στα λαϊκά στρώματα ήταν διαδεδομένες περισσότερο η δημοτική και λαϊκή μουσική. Η λαϊκή τάξη λοιπόν άρχισε να έχει επαφές με τους πρόσφυγες και την κουλτούρα τους. Οι μουσικοί αυτών των δυο, άρχισαν να βγάζουν καινούργιες μουσικές ιδέες. Το 1923 η Ελλάδα αντιμετώπισε τον ερχομό του 1.500.000 προσφύγων από την Μ. Ασία μετά από την καταστροφή του 1922.Οι πρόσφυγες αυτοί εγκαταστάθηκαν κυρίως τριγύρω από την Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά. Φυσικό ήταν οι πρόσφυγες αυτοί, να φέρουν μαζί και τη μουσική τους.
Η ιστορία γράφει...
Το Μικρασιάτικο ύφος έχει πλέον επικρατήσει στα ρεμπέτικα και έχει γίνει τρόπος έκφρασης όλη αυτή την περίοδο (1925-35). Τα ρεμπέτικα είχαν πάντα τη μουσική των φτωχών και εκφράζουν με διαφορετικό τρόπο και λυρικότητα , την αγάπη, τη χαρά, τη λύπη, και τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Κάποιον όρο για τα ρεμπέτικα δίνει η Gail Holst στο βιβλίο της "road of rebetica". "Τι είναι ξεχωριστό στο ρεμπέτικο; είναι ο συνδυασμός μεταξύ παραδοσιακής μουσικής της Ανατολικής Μεσόγειου και των στοίχων των τραγουδιών που είχαν σχέση με την ζωή του αστικού υπόκοσμου". Τα ρεμπέτικα είχαν τη δική τους πηγή στην προφορική παράδοση όπου ο αυτοσχεδιασμός έπαιξε ενδιαφέροντα ρόλο και στη μουσική και στη λυρικότητά τους. Τα τραγούδια άρχιζαν πάντα με ένα ορχηστικό κομμάτι το λεγόμενο ταξίμι, όπου ο καλλιτέχνης έδειχνε την ικανότητά του. Το ταξίμι δίνει το δικό του αίσθημα στο τραγούδι και μπορεί να διαρκέσει μέχρι και 12 λεπτά. Μετά από αυτό, το τραγούδι αρχίζει. Συχνά ο τραγουδιστής αυτοσχεδιάζει εισάγοντας τον ακροατή σε διάφορα γεγονότα τοπικού ενδιαφέροντος.Οι παράλιοι Mικρασιάτες είχαν ήθη αστικού πληθυσμού και σχεδόν καθόλου έθιμα. Κυριότεροι φορείς του ρεμπέτικου τραγουδιού ήταν οι πρόσφυγες, οι φυλακισμένοι και οι φαντάροι. Μόνο τριάντα χρόνια κράτησε η ακμή του ρεμπέτικου τραγουδιού (περίπου 1922-1952), όπου μπορούμε να διακρίνουμε τρεις περιόδους. Στην πρώτη περίοδο (1922-32) κυριάρχησε το σμυρναίικο στυλ και γνωστοί συνθέτες της εποχής ήταν οι: Πλω, Εϊτζερίδης, Δραγάτης, Μαρίνος, Καρίπης. Στη δεύτερη περίοδο (1932-1940) έχουμε τη χρυσή εποχή του ρεμπέτικου.
Τα πυτιά έδωσαν τη θέση τους στους μπουζουκομπαγλαμάδες και οι σμυρνιές τραγουδίστριες των καφέ-αμάν στους σέρτικους τραγουδιστές των τεκέδων, που συγχρόνως ήταν και συνθέτες, στιχουργοί και δεξιοτέχνες του μπουζουκιού. Τότε ήταν που το ρεμπέτικο, με κλασική απλότητα, αποκάλυψε τον αγνό κόσμο του περιθωρίου. Τέλος, η τρίτη περίοδος (1940-1952) είναι εποχή που ο Τσιτσάνης και ο Χιώτης έπαιζαν μπουζούκι σε δίσκο του Χάρμα. Ήταν η εποχή της πείνας, των κρεματορίων, των πυροβολισμών, του τρόμου, που όλα τα αγνόησε το ρεμπέτικο τραγούδι, γιατί ήταν πολύ νωρίς ακόμη να τραγουδήσει γι’ αυτά. Ωστόσο το ρεμπέτικο αυτής της περιόδου δεν απέφυγε τα ζοφερά προαισθήματα. Ο Βασίλης Τσιτσάνης είναι ο μάγος εκείνης της εποχής, ο οποίος μετέβαλε το ρεμπέτικο τραγούδι σε λαϊκό, ο οποίος μίλησε για τον έρωτα με τρυφερότητα κοριτσιού, ο οποίος έκλαψε κρυφά για όσους έπεσαν στα σταυροδρόμια από πιστολιές προδοτών, ο οποίος έπαιξε μπουζούκι με τέλειο τρόπο. Προσέτι ο Τσιτσάνης, μαζί με το Μητσάκη και Χιώτη, διάλεξαν νέους τραγουδιστές με φωνές που θύμιζαν ψαράδες, χτίστες, μανάβηδες.
Ο Τσιτσάνης εγκατέλειψε οριστικά το ούτι, το σαντούρι, τη μαντίλα (μαντίλα έπαιζε ο Τούντας, καθώς και ο Τσιτσάνης όταν ήταν παιδί) χρησιμοποιώντας στα παλιά καλά τραγούδια του μόνο μπουζούκι και κιθάρα. Επίσης ο Τσιτσάνης πλούτισε το ρεμπέτικο με δύσκολα στην ερμηνεία ταξίμια και άλλα μελωδικά κοσμήματα, ανέφερε πρώτος αυτός τον εαυτό του στα τραγούδια του, τραγούδησε για το μαράζι του ακριβού έρωτος, άφησε κατά μέρους τις απλοϊκές ρύμες, έγραψε έναν αληθινά πανελλήνιο ύμνο, τη Συννεφιασμένη Κυριακή. Τα τραγούδια του Τσιτσάνη ήταν μελαγχολικά, ευγενή, ενάρετα, κατανυκτικά. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά και της Γερμανικής κατοχής οι ρεμπέτες πέρασαν δύσκολα χρόνια. Ο Μεταξάς απαγόρευσε το μπουζούκι. Τα ρεμπέτικα άρχισαν σιγά - σιγά να ξεχνιούνται. Ακούγονταν τραγούδια ιταλικού στυλ. Ευτυχώς υπήρχε ο Βαμβακάρης με την περίφημη Καλαματιανή κομπανία (Παπαϊωάννου, Χατζηχρήστος, Μητσάκης). Ήταν η εποχή που δεσπόζει ο Μάρκος Βαμβακάρης μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής, συνθέτης και οργανοπαίχτης. Δίπλα του ο Τούντας, ο Μπαγιαντέρας, ο Μπάτης , ο Ανέστης Δαλίας, ο Στράτος Παγιουμτζής (ή Τεμπέλης), ο Μορφέας, ο Χατζηχρήστος, ο Περιστέρης, ο Παπαϊωάννου. Κάθε μια από τις τρεις προαναφερθείσες εποχές της ακμής του ρεμπέτικου (συμβατικά ας τις πούμε: σμυρναίικοι, κλασική και λαϊκή), χωρίς να αποτελεί στεγανό διαμέρισμα, έχει το δικό της στυλ, και κάθε στυλ ξεχωρίζει σαφώς από τα άλλα.
Ο επίλογος
Τα ρεμπέτικα κράτησαν για παραπάνω από 50 χρόνια. Σήμερα έχουν περάσει πια στην ιστορία σαν αθάνατα τραγούδια. Τα τελευταία δέκα χρόνια αποχώρησαν από τη ζωή ή πέρασαν στο περιθώριο και οι τελευταίοι από τους μεγάλους δημιουργούς του ρεμπέτικου τραγουδιού, που συντηρούσαν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο τις εστίες διάδοσης των ρεμπέτικων τραγουδιών. Ευτυχώς πολλοί νέοι ασχολήθηκαν με το είδος αυτό με αποτέλεσμα νέοι τραγουδιστές και μουσικοί να περάσουν στην υπηρεσία του ρεμπέτικου, ακολουθώντας πορεία προσήλωσης, ταυτίσης και σεβασμού στις παραδόσεις. Αυτή η συνεχιζόμενη παρουσία στο προσκήνιο των ρεμπέτικων φανερώνει τη βιολογική ανάγκη της ύπαρξης ενός λαϊκού μουσικού είδους, που έχει καταγραφεί πλέον ως ουσιαστικό στοιχείο της κοινωνικής συνείδησης μεγάλων τμημάτων του ελληνικού λαού.