Σοφοκλή ΑΝΤΙΓΟΝΗ

(Μτφρ. Κ. Τοπούζη)


Χορός
ὃς ἐφ' ἡμετέρᾳ γᾳ̂ Πολυνείκους [110]
ἀρθεὶς νεικέων ἐξ ἀμφιλόγων
ὀξέα κλάζων
ἀετὸς εἰς γα̂ν ὣς ὑπερέπτα,
λευκη̂ς χιόνος πτέρυγι στεγανός,
πολλω̂ν μεθ' ὅπλων [115]
ξύν θ' ἱπποκόμοις κορύθεσσιν.

 

Μτφρ.
Το στρατό που ενάντια μας έφερε
του Πολυνείκη οργή κεντρισμένη
και άγρια κρώζοντας – όπως
πάνω απ’ τη γη αετός-
με τις άσπρες ασπίδες του πάνοπλος
και με όπλα πολλά
και με φούντες αλόγων για στόλισμα.

 

Φύλακας
καὶ του̂δ' ἀπαλλαγέντος ἐν χρόνῳ μακρῳ̂,
ἡ παι̂ς ὁρα̂ται, κἀνακωκύει πικρα̂ς
ὄρνιθος ὀξὺν φθόγγον, ἐς ὅταν κενη̂ς
εὐνη̂ς νεοσσω̂ν ὀρφανὸν βλέψῃ λέχος.[425]
οὕτω δὲ χαὔτη, ψιλὸν ὡς ὁρᾳ̂ νέκυν,
γόοισιν ἐξῴμωξεν, ἐκ δ' ἀρὰς κακὰς

 

Μτφρ.
και μετά όταν τέλειωσε αυτό το θεόσταλτο
τότε φάνηκε η κόρη και ακούστηκε
και έβγαζε φωνές σαν μάνα πουλί
στην άδεια φωλιά του και δίχως μικρά
έτσι κι αυτή, όταν είδε το πτώμα ξέταφο γόοι και θρήνος και φώναζε.

 

Κρέων
σὺ δ', ἣ κατ' οἴκους ὡς ἔχιδν' ὑφειμένη
λήθουσά μ' ἐξέπινες, οὐδ' ἐμάνθανον
τρέφων δύ' ἄτα κἀπαναστάσεις θρόνων,
φέρ', εἰπὲ δή μοι, καὶ σὺ του̂δε του̂ τάφου
φήσεις μετασχει̂ν, ἢ 'ξομει̂ τὸ μὴ εἰδέναι;[ 535]

 

Μτφρ
Ε! Συ! Πού λούφαζες και φίδι σερνόσουν
και μου ρουφούσες το αίμα
και δεν καταλάβαινα πως τρέφω δυο συμφορές
δυο επαναστάσεις ενάντια μου.
Έλα πες. Κι εσύ συνέργησες ή το αρνιέσαι;

 

Χορός

ὅμοιον ὥστε ποντίαις οἰ̂δμα δυσπνόοις ὅταν
Θρῄσσαισιν ἔρεβος ὕφαλον ἐπιδράμῃ πνοαι̂ς,
κυλίνδει βυσσόθεν κελαινὰν θι̂να καὶ[590]
δυσάνεμοι, στόνῳ βρέμουσι δ' ἀντιπλη̂γες ἀκταί.

 

Μτφρ.
Όπως το κύμα
της άγριας θάλασσας όταν βοριάς
ανακατεύει τα βάθη
απ’ το μαύρο βυθό της
και ξεσπάζει το κύμα στην αμμουδιά
και στενάζουν οι δαρμένες ακτές.

 

Αίμων
ὁρᾳ̂ς παρὰ ῥείθροισι χειμάρροις ὅσα
δένδρων ὑπείκει, κλω̂νας ὡς ἐκσῴζεται,
τὰ δ' ἀντιτείνοντ' αὐτόπρεμν' ἀπόλλυται.
αὕτως δὲ ναὸς ὅστις ἐγκρατη̂ πόδα[715]
τείνας ὑπείκει μηδέν, ὑπτίοις κάτω
στρέψας τὸ λοιπὸν σέλμασιν ναυτίλλεται.

 

Μτφρ.
Βλέπεις τα δέντρα στων χειμάρρων τις όχθες
όσα γέρνουν κορμούς με τα κλώνια τους σώζονται
και τα άλλα τα αλύγιστα
απ’ τη ρίζα τους χάνονται.
Και ο καπετάνιος το ίδιο που κρατά τεντωμένα
τα πανιά στη φουρτούνα δεν τα λασκάρει,
το καράβι ανάποδα και ταξίδι στο φούντο.