Η μαυρομαντηλού



[..]  Οποίον λαμπρόν, αχανές, μεγαλοπρεπές περιβόλι! Και πόσον δίκαιον είχεν ο θείος Όμηρος να θέση εκ παραλλήλου τας δύο παραβολάς των κυμάτων της θαλάσσης και του αγρού με τους κομώνας αστάχυς!

......................................................

Κινήθηκαν στη σύναξη σαν κύματα μεγάλα

μες στο Ικάριο πέλαγο, που γαρμπής και σιρόκος

σηκώνουν απ' τα σύννεφα του Δία ξεκινώντας.

σαν τον Πουνέντε που κινά τ' αθέριστο χωράφι,

με λύσσα σαν ξεχύνεται κι όλα τα στάχυα γέρνουν,

η σύναξη έτσι σάλεψε·

Β 144-149 (μτφρ. Θ. Μαυρόπουλου)

....................................................

         Τω όντι, τα χόρτα και οι θάμνοι του περιβολιού του εξαδέλφου μου του Γιαννιού, γιγαντιαία, πελώρια, άγρια ή κηπευτά, δεν έπαυσαν να οργώνωνται, να σχηματίζωσι αύλακας και να είναι γαλήνια, ομαλά, απ' αρχής, από καταβολής κόσμου. Δεν έπαυσαν να συγχέωσι τας ατόμους των, να είναι ποικιλόμορφα, αναλλοίωτα και ρευστά, να ορθώσι την χαίτην, να στηλώνωσι τα στέρνα, να φρίσσωσι, να κροαίνωσι, να βρέμωσι, να ηχώσι, να πλαταγώσι, να κτυπώσι παν αντίτυπον σώμα. Και οι Ζέφυροι προσέπαιζον κυλινδούμενοι εντός των, ως άτακτα παιδία, και αι απόγειοι και αι τροπαίαι ημιλλώντο τις να αυλακώση βαθύτερον, τις να υπεγείρη υψηλότερον τα κυανά και πορφύρεα νώτα των, μετά φωσφορίζοντος σελαγισμού, μετ' ακτινωτού αφρώδους στεφάνου. Και αύρα ποντιάς εθώπευε μαλθακώς την άσπιλον κυματίζουσαν οθόνην προκαλούσαν απείρους χαριέσσας, μυρμηκιζούσας, παροδικάς ρυτίδας, ως επί του μετώπου νύμφης βασιλίδος περικαλλούς, επιδεικνυούσης παιδικόν θυμόν και πείσμα, διάλειμμα μεταξύ δύο μειδιαμάτων προκλητικόν, εις το βάθος του οποίου ο βυθός δεν φαίνεται πλέον, και η επιφάνεια παύει ανταυγάζουσα την άπειρον της κτίσεως φαιδρότητα. [...]



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης