ΟΛΥΜΠΟΣ ΚΑΙ ΚΙΣΑΒΟΣ


Ο Όλυμπος κι' ο Κίσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν,
το ποιο να ρήξη τη βροχή, το ποιο να ρήξη χιόνι.
Ο Κίσαβος ρήχνει βροχή κι' ο Όλυμπος το χιόνι.
Γυρίζει τότ' ο Όλυμπος και λέγει του Κισάβου.
"Μη με μαλώνης, Κίσαβε, μπρε τουρκοπατημένε,
που σε πατάει η Κονιαριά κ' οι Λαρσινοί αγάδες.
Εγώ ειμ' ο γέρος Όλυμπος 'ς τον κόσμο ξακουσμένος,
έχω σαράντα δυο κορφαίς κ' εξήντα δυο βρυσούλαις,
κάθε κορφή και φλάμπουρο κάθε κλαδί και κλέφτης.
Κι' όταν το παίρν' η άνοιξη κι' ανοίγουν τα κλαδάκια,
γεμίζουν τα βουνά κλεφτιά και τα λαγκάδια σκλάβους.
Έχω και το χρυσόν αϊτό, το χρυσοπλουμισμένο,
πάνω 'ς την πέτρα κάθεται και με τον ήλιο λέγει:
-"Ήλιε μ', δεν κρους ταποταχύ, μόν' κρους το μεσημέρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου, τα νυχοπόδαρά μου;".


Claude Fauriel, ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, Β΄ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ,
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΚΡΙΤΙΚΑ ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΤΡΑ,
εκδ. επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, 2η έκδοση, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ,
ΗΡΑΚΛΕΙΟ 1999, σελ. 96.