Π 1-4
Έτσι χτυπιούνταν στ' ωριοκούβερτο καράβι γύρα ετούτοι,
κι ωστόσο ο Πάτροκλος εσίμωσε τον Αχιλλέα κι εστάθη,
δάκρυα ζεστά απ' τα μάτια χύνοντας, σα μαύρη νερομάνα,
που απ' αψηλό γκρεμό ξεχύνουνται τα σκοτεινά νερά της.
Π 7-11
Γιατί είσαι δακρυσμένος, Πάτροκλε, σαν άπλερη παιδούλα,
που τρέχει δίπλα από τη μάνα της και της γυρεύει αγκάλη,
και πίσω την τραβάει, κι ας βιάζεται, κρατώντας τη απ' το ρούχο,
και την κοιτάει στα μάτια κλαίγοντας, στα χέρια ως να την πάρει;
Με τούτη μοιάζεις τώρα, Πάτροκλε, στο κλάμα βουτηγμένος.
Π 752-755
με ορμή, σαν λιόντας, που ρημάζοντας μαντριά χτυπιέται ξάφνου
στο στήθος, κι είναι το κουράγιο του στερνά που τον σκοτώνει·
παρόμοιος στον Κεβριόνη εχίμιξες, Πάτροκλε εσύ, λυσσώντας.
Π 756-761
Πηδάει στο χώμα τότε κι ο Έχτορας από το αμάξι απάνω,
και στον Κεβριόνη γύρα επιάστηκαν να χτυπηθούν, σα λιόντες
που απά σε κορφοβούνια, ολόγυρα σε σκοτωμένο αλάφι,
κι οι δυο πεινώντας, όλο μάνητα, παλεύουν θρασεμένοι·
όμοια κι αυτοί, τρανοί πολέμαρχοι, στον Κεβριόνη γύρα,
τη μια μεριά ο πανώριος Έχτορας, κι ο Πάτροκλος την άλλη,
με ανέσπλαχνο χαλκό τις σάρκες τους ποθούσαν να σπαράξουν.
Π 765-770
Σιρόκος και Νοτιάς πώς μάχουνται, ποιος πιο πολύ φυσώντας,
σ' ενός βουνού το ποροφάραγγο, το θρασεμένο δάσο
- βαλανιδιές, μελιές, λιγνόφλουδες κρανιές - θ' άναταράξει,
και τα μακριά κλωνάρια δέρνουνται χτυπώντας ένα τ' άλλο
με άγριον αχό, κι ως σπάνε, ο σάλαγος αντιλαλεί τρογύρα·
παρόμοια Τρώες κι Αργίτες χίμιξαν κι ένας τον άλλο έσφαζαν,
και την πικρή στο νου κανένας τους δεν έβαζε φευγάλα.
Π 823-828
Πώς κάπρο ακούραστο παλεύοντας τον βάζει λιόντας κάτω,
που θρασεμένο εστήσαν πόλεμο στα κορφοβούνια απάνω,
πλάι σε νερό που τρέχει απόλιγο και θεν να πιουν κι οι δυο τους,
ωσόπου ο κάπρος πια σωριάζεται στη γης αγκομαχώντας·
όμοια τον Πάτροκλο τον άτρομο, που'χε πολλούς σκοτώσει,
από κοντά χτυπώντας ο Έχτορας τον έστειλε στον Άδη·
Ρ 434-437
Μόν' όπως η κολόνα ασάλευτη κρατιέται, που τη στήσαν
ορθή, στον τάφο ενούς που πέθανε για και γυναίκας πάνω,
όμοια έμεναν κι εκείνα ασάλευτα, ζεμένα στ' ώριο αμάξι,
στη γη κολλώντας τα κεφάλια τους·
Ρ 520-524
Πώς ένας άντρας χεροδύναμος με κοφτερό πελέκι
ταύρο τρανό πίσω απ' τα κέρατα χτυπάει, και κόβει του όλο
το νεύρο, και το ζο σωριάζεται στο χώμα, ομπρός πηδώντας·
όμοια κι αυτός πηδώντας κύλησε τ' ανάσκελα, τι του 'χε
τα σπλάχνα το κοντάρι σκίζοντας, θερίσει την ορμή του.
Σ 161-164
Κι όπως φλογάτο λιόντα, που 'σφιξεν η πείνα, δεν μπορούνε
να διώξουνε βοσκοί ξωτάρηδες από βοδιού θρασίμι,
όμοια κι οι δυο τους Αίαντες οι άτρομοι το γιο του Πρίαμου τότε,
τον Έχτορα, μακριά δε δύνουνταν απ' το νεκρό να διώξουν.
Σ 207-214
Πώς από κάστρο ξεπετάγεται καπνός ψηλά στα ουράνια
μακριάθε από νησί, που το 'ζωσαν οχτροί και το χτυπούνε,
κι αυτοί όλη μέρα στήνουν πόλεμο σε λυσσασμένο αγώνα
πάνω απ' το κάστρο τους· μα ως έγειρε κι εχάθη ο γήλιος, τότε
φωτιές ανάβουν ασταμάτητα, κι η λάμψη ξεπετιέται
κι ανηφοράει ψηλά, οι γειτόνοι τους για να τη δουν τρογύρα,
μπορεί να 'ρθουν με τα καράβια τους να τους γλιτώσουν· όμοια
κι η λάμψη απ' του Αχιλλέα τινάζουνταν την κεφαλή στα αιθέρια·
Σ 219-221
Πώς βροντερός ο αχός της σάλπιγγας γρικιέται, ως τη βαρούνε
ψηλά από κάστρο, οχτροί που το'ζωσαν ψυχοκαταλυτάδες·
όμοια βουερός ο αχός γρικήθηκε κι απ'του Αχιλλέα το στόμα.
Σ 318-323
Κι όλο πικραναστέναζε, σα λιόντας μακροχήτης,
που σε ρουμάνι, αφήκε μόνα τους τα λιονταρόπουλά του,
κι αλαφοκυνηγός του τ' άρπαξε, κι αυτός μετά μανιάζει·
μες στα λαγκάδια τρέχει ψάχνοντας του κυνηγού τ' αχνάρια,
κάπου αν τον βρει μαθές, κι ανήμερη φουντώνει λύσσα εντός του·
όμοια κι αυτός βαριά στενάζοντας μιλάει στους Μυρμιδόνες:
Ψ 598-600
Πώς ολόγυρα πέφτει η δροσιά στα στάχυα,
σαν πήραν τα σπαρτά και ψώμωσαν, κι οι κάμποι τρικυμίζουν·
όμοια και σε, Μενέλαε, γλύκανε το σπλάχνο τότε εντός σου·
Ψ 692-694
Πώς στου Βορριά το πρώτο φύσημα, σαν ο γιαλός σγουραίνει
φυκόσπαρτος, ψηλά τινάζουνται τα ψάρι, και στο κύμα
ξανά βουτούν· όμοια ετινάχτηκε κι εκείνος χτυπημένος.
Ψ 760-763
Πώς στης όμορφης το στήθος ανυφάντρας
κοντοζυγώνει το ξυλότεχνο, καθώς το κρούει με βιάση,
το υφάδι απ' το στημόνι ανάμεσα περνώντας, κι ως το στήθος
το φέρνει· τόσο λίγο πίσω του δρομούσε κι ο Οδυσσέας
Ψ 845-848
Όσο ο βουκόλος την αγκλίτσα του την απολυταρίχνει,
και μέσα αυτή πετάει σβουρίζοντας στα βόδια που βοσκούνε,
τόσο το αλώνι ακέριο επέρασε που ερίχναν, κι όλοι εσύραν
φωνή. |