Παρομοιώσεις στην Οδύσσεια

ε 59-63
χύθηκε στο πέλαγος, το κύμα ακροπατώντας σαν το γλάρο,
που ψάρια αρπάζει από τους άγριους κόλπους της ατρύγητης θαλάσσης,
βρέχοντας τα πυκνά φτερά του στο αλμυρό νερό.
Όμοιος με γλάρο κι ο θεός Ερμής, φάνταζε
καβαλάρης των αμέτρητων κυμάτων.

ε 275-278
Όσο φαρδύ τορνεύει ο μάστορης, που κατέχει την τέχνη του άριστα,
τον πάτο καραβιού για φόρτωμα,
τόσο φαρδιά κι ο Οδυσσέας την έφτιαξε την πλάβα,
στεριώνοντας τα ίκρια με πολλά στραβόξυλα.

ε 362-366
...Πώς ο χειμερινός βοριάς σαρώνει στον κάμπο αγκάθια,
κι αυτά σφιχταγκαλιάζονται και γίνουνται ένα πράμα,
έτσι και τη σχεδία οι άνεμοι εδώ και εκεί την φέρναν και την πήγαιναν.
Τη μια ο νότος στον βοριά την άφηνε κουμάντο,
την άλλη ο λεβάντες την παράδινε για να την σέρνει ο πουνέντες.

ε 405-406
Πώς άνεμος σφοδρός σκορπίζει αλλού κι αλλού
Ξερά τα άχυρα της θημωνιάς, έτσι σκορπίστηκαν και τα μακριά μαδέρια.

ε 435-441
Πόση αγαλλίαση νιώθουν παιδιά που αναστήθηκε ο πατέρας τους
- τον είχε βρει και τον κρατούσε στο κρεβάτι
βαριά αρρώστια που τον παίδεψε πολύ· μέρα τη μέρα έλιωνε,
καθώς ο δαίμονας τον χτύπησε ο φριχτός· και τώρα
που οι θεοί τού λύνουν τα δεσμά της συμφοράς του,
αγάλλεται· τόση αγαλλίαση δίνει στον Οδυσσέα η θέα
της στεριάς της δασωμένης.

ε 483-486
Πώς όταν ξεκολλούν χταπόδι απ' το θολάμι του,
κολλούν απάνω στις θηλές του τα πυκνά χαλίκια,
παρόμοια μείναν κολλημένες κι οι σάρκες από τα θρασιά του χέρια
πάνω στα βράχια.

ε 546-549
Πώς κάποιος έκρυψε δαυλό μέσα στη μαύρη στάχτη,
σε χτήμα απόμερο, που γείτονες στο πλάι του δεν έχει, σώζοντας έτσι
το σπέρμα της φωτιάς, που να μην είναι ανάγκη απ' αλλού ν' ανάβει·
με ένα δαυλό παρόμοιος ο Οδυσσέας σκεπάστηκε με φύλλα.

ζ 163-169
Και κίνησε σαν το περήφανο λιοντάρι που περιφέρεται στα όρη,
το δέρνει ο άνεμος και το μουσκεύει η μπόρα,
εκείνο όμως με τα μάτια φλογισμένα προχωρεί
ψάχνοντας για γελάδια, αρνιά κι ελάφια ανήμερα-
το σπρώχνει η πείνα στα κοπάδια, ακόμη και σε μάντρα φυλαγμένη·
παρόμοιος έμελλε κι ο Οδυσσέας να σμίξει με κόρες καλλιπλόκαμες,
έτσι όπως ήτανε γυμνός, γιατί τον πίεζε η ανάγκη.

ζ 198-205
Ω ναι, κάποτε και στη Δήλο, πλάι στον βωμό του Απόλλωνα,
μπροστά στα μάτια μου, ένα βλαστάρι φοινικιάς το είδα να ψηλώνει
-πήγα κι εκεί, πολύς στρατός μ'ακολουθούσε στον δρόμο
που έμελλε να γίνει οδός της μαύρης συμφοράς μου.
Τότε, όπως τώρα, κοιτούσα το βλαστάρι εκείνο,
κι έμεινε ο νους μου θαμπωμένος ώρα πολλή.
Γιατί ποτέ δεν αναβλάστησε στη γη τέτοιος ωραίος βλαστός.
Έτσι και σένα τώρα σε θαυμάζω, δέσποινά μου.

θ 633-643
Πώς μια γυναίκα μοιρολογεί τον άντρα της πεσμένη πάνω του,
που εκεί, μπροστά στην πόλη του και στον λαό του, πέφτει
για την πατρίδα πολεμώντας και τα τέκνα του, να τα γλιτώσει
από τη μαύρη μέρα·
κι εκείνη, όπως τον βλέπει τώρα να σπαρταρά και να τελειώνει,
γύρω του σωριασμένη, σπαράζει από το κλάμα· ενώ οι εχθροί
με τα κοντάρια τους πισωχτυπούν αλύπητα στην πλάτη και τους ώμους,
την σέρνουν να την πάρουν σκλάβα τους, για να βουλιάξει
στης δυστυχίας τον πόνο-
πώς το πικρότατό της πάθος μαραίνει πρόσωπο και παρειές,
έτσι κι ο Οδυσσέας θρηνώντας, έχυνε τότε το πικρό του δάκρυ.

ι 356-359
...εμείς τον βλέπαμε μπροστά μας,
και φανταστήκαμε κατάρτι σε καράβι μαύρο μ' είκοσι κουπιά,
πες φορτηγό ευρύχωρο, όπως αυτά που σκίζουν το μεγάλο κύμα-
τόσο το μάκρος, τόσο το πάχος του μας φάνηκαν πως ήταν.

ι 429-434
...Πώς ο τεχνίτης τρυπά με το τρυπάνι του
μαδέρι καραβίσιο· πιάνουν οι άλλοι από κάτω, τραβώντας
τον ιμάντα κι απ' τις δύο μεριές, και το τρυπάνι ασταμάτητο
γυρίζει σαν τρελό· όμοια κι εμείς τον πυρωμένο πάσσαλο γερά κρατώντας
μέσα στο μάτι περιστρέφαμε,
και τον πλημμύριζε τον πάσσαλο καυτό το αίμα·

ι 437-440
Πώς ο χαλκιάς, για να το φτιάξει, ένα πελέκι ή και σκεπάρνι,
το βάφει μες στο κρύο νερό, κι αυτό τσιρίζει ξεκουφαίνοντας,
γιατί έτσι μόνο παίρνει το σίδερο τη δύναμή του· παρόμοια
τσίριζε γύρω απ' το ελίτικο παλούκι και το μάτι του.

ν 35-42
Πόσο και πώς πεθύμησε το δείπνο ο γεωργός -
όλη τη μέρα τα δυο βόδια, χρώμα του κρασιού,
το αλέτρι του έσυραν σε χώμα σβωλιασμένο, κι εκείνος
βλέπει με αγαλλίαση να δύει ο ήλιος χαμηλώνοντας το φως,
να φτάνει η ώρα για το βραδινό του, οπότε ξεκινώντας
νιώθει μια κούραση γλυκιά στα γόνατά του που λυγίζουν·
τόση αγαλλίαση το φως του ήλιου χαμηλώνοντας
χάρισε και στον Οδυσσέα.

ν 93-99
Πώς, στον κάμπο πέρα, άλογα τέσσερα, ζεμένα στον ένα τους ζυγό,
όλα μαζί κινούν, στον χτύπο υπάκουα της μάστιγας,
κι ορθώνουν τα πόδια τους ψηλά, για να τελειώσουν
γρήγορα τον δρόμο τους·
παρόμοια ορθώνονταν κι η καραβίσια πρύμνη, ενώ το κύμα,
πορφυρό και μέγα, φούσκωνε πίσω την αφρισμένη θάλασσα.

π 21-26
Με πόση αγάπη ένας πατέρας υποδέχεται τον γιο του,
που γύρισε επιτέλους από χώρα μακρινή πάνω στα δέκα χρόνια,
μοναχογιός μονάκριβος, μεγαλωμένος με βάσανα και κόπο
έτσι και τον θεόμορφο Τηλέμαχο τον έσφιξε στην αγκαλιά του
ο θείος χειροβοσκός και τον εγέμισε φιλήματα,
σάμπως να γλίτωσε από θάνατο.

π 243-245
σπαραχτικά θρηνούσαν, πιο δυνατά κι από πουλιά,
σαν αετοί, γύπες γαμψώνυχοι, που τα μικρά τους
κυνηγοί τούς άρπαξαν, προτού ξεπεταρίσουν·
τόσο πικρό και το δικό τους δάκρυ από τα βλέφαρα τους κύλησε.

τ 221-226
Όπως το χιόνι αναλιώνει στα πανύψηλα βουνά-
τα στοίβαξε ο πουνέντες, μετά το λιώνει φυσώντας ο σιρόκος
και στα ποτάμια φουσκώνουν τα νερά·
έτσι κι εκείνη, μούσκευε τα ωραία της μάγουλα
με τα πολλά της δακρυα, τον άντρα της θρηνώντας - ήταν όμως εκεί,
μπροστά στα μάτια της.

φ 415-419
Πώς ένας αοιδός, που ξέρει από κιθάρα και τραγούδι,
εύκολα τη χορδή τεντώνει στο καινούριο της στριφτάρι, δένοντας
πάνω κάτω καλοστριμμένη την αρνίσια κόρδα·
έτσι κι ο Οδυσσέας εύκολα τάνυσε το μέγα τόξο, μετά με το δεξί του χέρι
τη χορδή δοκίμασε, κι αυτή κελάηδησε καλά σαν χελιδόνα.

χ 392-398
Τότε τους είδε όλους, πολλούς στο αίμα και στη σκόνη
βουτηγμένους, κάτω πεσμένους· ωσάν τα ψάρια που οι ψαράδες
τα τραβούν στο κοίλο περιγιάλι με το πολύτρυπό τους δίχτυ,
έξω απ' την αφρισμένη θάλασσα, κι αυτά στην αμμουδιά χυμένα,
από τον πόθο σπαρταρούν για το θαλάσσιο κύμα,
ώσπου λαμπρός ο ήλιος πια τα θανατώνει·
όμοιοι με ψάρια κι οι μνηστήρες, χύμα κι αυτοί ένας πάνω στον άλλο
σωριασμένοι.

ψ 182-185
Πώς πάνω στο ασήμι χύνει μάλαμα ο επιδέξιος τεχνίτης-
του έμαθαν την τέλεια τέχνη ο Ήφαιστος κι η Αθηνά Παλλάδα,
κι αυτός τα έργα του αποτελειώνει τώρα ωραία·
τόση ομορφιά χύνει στην κεφαλή του και στους ώμους.

ψ 262-269
Πόση αγαλλίαση, βλέποντας γη μπροστά τους, νιώθουν οι ναυαγοί
που ο Ποσειδώνας σύντριψε καταμεσής στο πέλαγος
το ανθεκτικό καράβι τους, χτυπώντας το
μ' άγριο άνεμο και κύμα φοβερό, λίγοι μονάχα
γλίτωσαν την αφρισμένη θάλασσα, παλεύοντας να φτάσουν κολυμπώντας
στη στεριά, κι έπηξε η αρμύρα πάνω στο κορμί τους,
τέλος, αφήνοντας πίσω τους το κακό, με αγαλλίαση πατούν
στη στέρεη γη· τόση αγαλλίαση πλημμύρισε κι εκείνην, που τώρα
έβλεπαν τα μάτια της τον άντρα της.


Μτφρ. Δ. Μαρωνίτη