Εις άγουρον

Για ιδές καιρό που διάλεξες, Χάρε μου, να τον πάρης, 'ς τα έβγα του καλοκαιριού, 'ς τα έμπα του χειμώνα, να πάρης τάνθη οχ τα βουνά, λελούδια από τους κάμπους, να πάρης τον αμάραντο, να τον μαράν' ή πλάκα.

Δεν είναι κρίμα κι' άδικο, παραλογιά μεγάλη, να στέκουν τα παλιόδεντρα και τα σαρακιασμένα, να πέφτουνε τα νιόδεντρα με τάνθη φορτωμένα;

Ήλιε μου, πώς εβιάστηκες να πας να βασίλεψης, ν' αφήσης το σπιτάκι σου κι' αλλού να πας να φέξης;

Δε σόμοιαζε, λεβέντη μου, 'ς τη μαύρη γης για νά μπης, μόν' σόμοιαζε να κάθεσαι 'ς ένά μορφο τραπέζι, να τραγουδάς να χαίρεσαι, να σε κερνούν να πίνης. Άγουρ', άγουρε δροσερέ κρουσταλλοβραχιονάτε, χρυσά ήταν τα καλίγια σου κι' αργυρά τα σφυριά σου, και το σφυρί που σφύριζε με το μαργαριτάρι. Νύχτα σελλώνει τάλογο, νύχτα το καλιγώνει, νύχτα περνάει το 'Ρουφιά, το φοβερό ποτάμι. Πάει να πάρη το φιλί πρου βρέξη, πρου χιονίση.

Δε σόπρεπε, δε σόμοιαζε 'ς τη γη κρεβατοστρώση, μόν' σόπρεπε, μόν' σόμοιαζε 'ς του Μάη το περιβόλι, ανάμεσα σε δυο μηλιαίς, σε τρεις νεραντζοπούλαις, να πέφτουν τ' άνθ' απάνου σου, τα μήλα 'ς την ποδιά σου, τα κρεμεζογαρούφαλα τριγύρω 'ς το λαιμό σου.

Το νιο που συνεβγαίνουμε τι έχουμε να του πούμε; πού το ψηλός σαν άγγελος, λιγνός σαν κυπαρίσσι, πού χε το Μάη 'ς τοϊς πλάταις του, την άνοιξη 'ς τα στήθη, τάστρα και τον αυγερινό 'ς τα μάτια και 'ς τα φρύδια, πού τον 'ς τους κάμπους το βιολί, 'ς την εκκλησιά καντήλι, ήτανε και 'ς το σπίτι του καράβι αρματωμένο. Και το βιολί τσακίστηκε, και το καντήλι εσβήστη, και το καράβι τόμορφο κ' εκείνο απικουπίστη.