Και τότε πια από τη μάχη σε σηκώσαμε, σε πήγαμε στα πλοία
κι εκεί σε κλίνη σ' ακουμπήσαμε, αφού πρώτα το ωραίο κορμί σου
το πλύναμε με χλιαρό νερό κι έπειτα το μυρώσαμε.
Γύρω σου όλοι οι Δαναοί έχυναν δάκρυα θερμά, κόβοντας
τα μακριά μαλλιά τους.
Τότε κι η μάνα σου, ακούγοντας το μήνυμα, από τη θάλασσα
ανεβαίνει, με τις θαλασσινές μαζί, τις θυγατέρες του Νηρέα.
Απέραντος ο κοπετός απλώθηκε στο πέλαγος, κι απ' τη βοή τους Αχαιούς
τους συνεπήρε ο τρόμος.
Θ' ανέβαιναν να φύγουν στα βαθουλά τους πλοία, αν κάποιος
δεν τους συγκρατούσε, που γνώριζε πολλά και περασμένα.
ο Νέστορας, που πάντα η γνώμη του άριστη, δοκιμασμένη.
Αυτός για το καλό τους πήρε τον λόγο και τους είπε:
«Αργείοι, κρατηθείτε, μη φεύγετε των Αχαιών βλαστοί.
Είναι η μάνα του αυτή που φτάνει, από τη θάλασσα ανεβαίνει
με τις θαλασσινές μαζί, τις θυγατέρες του Νηρέα, για να θρηνήσει
τον νεκρό της γιό».
Τόσα τους είπε κι αμέσως αναθάρρησαν, απ' τη φυγή κρατήθηκαν οι Αργείοι.
Στο μεταξύ γύρω σου στάθηκαν οι κόρες του θαλάσσιου γέροντα,
λυπητερά μοιρολογώντας, και ρούχα αθάνατα σου φόρεσαν.
Εννέα οι Μούσες, με φωνή μελωδική, θρηνούσαν συναλλάσσοντας
τη μουσική τους. Κανείς δεν έμεινε τότε αδάκρυτος-
τόσο ο σκοπός τους όλους τους συγκίνησε.
Μέρες δεκαεφτά, μερόνυχτα δεκαεφτά το μοιρολόγι κράτησε
θνητών ανθρώπων και θεών αθάνατων.
Και πάνω στις δεκαοχτώ στη φλόγα της πυράς σε παραδώσαμε,
σφάζοντας γύρω πρόβατα πολλά, αρνιά παχιά και βόδια ελικοκέρατα.
Κι όσο το σώμα σου λαμπάδιαζε μέσα στα θεϊκά του ρούχα, με λίπος αλειμμένο
και μέλι άφθονο, γλυκό, πολλοί, ήρωες Αχαιοί, γύρω απ' τη φωτιά που σ' έκαιγε.
Φορώντας όπλα, πεζοί και καβαλάρηδες, σάλευαν σαν το κύμα-
στα ύψη έφτανε βοή μεγάλη.
Κι όταν του Ηφαίστου η φλόγα έκανε το κατόρθωμά της,
με της αυγής το χάρισμα μαζέψαμε, Αχιλλέα, λευκά τα κόκαλά σου
μέσα σε άκρατο κρασί και αλοιφές.
Τότε κι η μάνα σου προσφέρει χρυσό αμφορέα, δώρο όπως έλεγε,
του Διονύσου, έργο του έξοχου τεχνίτη Ήφαιστου.