| Το
τσίπουρο είναι απόσταγμα από στέμφυλα ή τσίπουρα, δηλαδή από τα ράκη
(υπολείμματα) των σταφυλιών που μένουν μετά το πάτημα και την εξαγωγή
του μούστου για την παραγωγή κρασιού. Στην Κρήτη ονομάζεται τσικουδιά
ή ρακή. Σε πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής συναντάμε ένα παρόμοιο ποτό
που ονομάζεται arak.
Τα στέμφυλα, για να μας δώσουν αλκοολούχο απόσταγμα, θα πρέπει να μην
έχουν αποστραγγιστεί εντελώς και να έχουν υποστεί αλκοολική ζύμωση,
ώστε τα ζάχαρα του εναπομένοντος μούστου να μετατραπούν σε αιθυλική
αλκοόλη (οινόπνευμα). Με άλλα λόγια να έχουν μείνει για περίπου
30 μέρες σε δοχείο για να ζυμωθούν. Για την απόσταξη του τσίπουρου στον
αποστακτήρα προστίθενται εκτός από τα στέμφυλα και διάφορες αρωματικές
ύλες σε ποσότητες και αναλογίες. Συνήθως χρησιμοποιείται το γλυκάνισο,
ο μάραθος κ.ά. Το γλυκάνισο είναι αυτό που κάνει το τσίπουρο (και το
ούζο) να "γαλανώνει", να ασπρίζει δηλαδή με την προσθήκη νερού.
Στην Κρήτη δε χρησιμοποιείται καθόλου για αυτό και η τσικουδιά δε γαλανώνει
ποτέ. |
|

Αριστερά
αρχαιοελληνική συσκευή απόσταξης. Ήταν χάλκινη και ονομαζόταν άμβιξ
και δεξιά χάλκινος αποστακτήρας (λαμπίκος) τσίπουρου, που είναι ακόμα
σε χρήση στην ελληνική ύπαιθρο. Τα στέμφυλα τοποθετούνται στο δοχείο
(καζάνι) της συσκευής και θερμαίνονται. Ο μακρύς λαιμός της λειτουργεί
σαν ψυκτήρας, όπου οι ατμοί συμπυκνώνονται, και το απόσταγμα συλλέγεται
στην άκρη του.
|
| Το
τσίπουρο δε θα πρέπει να συγχέεται με το ούζο που, σε αντίθεση με το
τσίπουρο, μόνο σε μικρό μέρος του είναι προϊόν απόσταξης σταφυλιών.
Είναι βιομηχανικό μίγμα καθαρού οινοπνεύματος, νερού και αρωματικών
ουσιών κυρίως γλυκάνισου. |