Δόσεις ραδιενεργού (ιοντίζουσας) ακτινοβολίας πάρα πολύ μεγαλύτερες από τα επίπεδα της φυσικής ακτινοβολίας, όπως είναι η κοσμική ακτινοβολία, τα φυσικά ραδιοϊσότοπα, το ραδόνιο, μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στο γενετικό υλικό. Οι βλάβες αυτές συνδέονται τόσο με τη μεταβίβαση κληρονομικών ανωμαλιών στους απογόνους όσο και με την εμφάνιση καρκίνου και λευχαιμίας.

Όμως, ο βαθμός της βλάβης που προκαλείται από την ακτινοβολία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως είναι η ισοδύναμη δόση, ο τύπος της ακτινοβολίας, το μέρος του σώματος που εκτίθεται, η ηλικία, η κατάσταση της υγείας του ατόμου. Τα έμβρυα, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπινου εμβρύου, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στην ακτινοβολία.

Αλλά ποιες χαμηλές δόσεις ακτινοβολίας είναι επικίνδυνες για την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου;

Η επικρατούσα υπόθεση είναι ότι οποιαδήποτε δόση ακτινοβολίας, ανεξάρτητα από το πόσο μικρή είναι, περιλαμβάνει την πιθανότητα κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία. Εντούτοις δεν υπάρχει κανένα επιστημονικό στοιχείο κινδύνου για ισοδύναμες δόσεις κάτω από περίπου 50 mSv (50 χιλιοστά του σήβερτ) για σύντομο χρονικό διάστημα ή περίπου 100 mSv ετησίως. Στις χαμηλότερες δόσεις, και μέχρι 10 mSv ετησίως, τα στοιχεία προτείνουν ότι είναι εξίσου πιθανά τόσο τα ευεργετικά όσο και τα δυσμενή αποτελέσματα της ιοντίζουσας ακτινοβολίας.

Έτσι:

• Δόσεις 6 - 7 Sv θεωρούνται θανατηφόροι (θάνατος μέσα σε 1 μήνα).

• Δόση 1000 mSv (1 Sv) για μικρό χρονικό διάστημα μπορεί να προκαλέσει άμεση ασθένεια σε ένα υγιές άτομο, αλλά θα ήταν απίθανο να προκαλέσει το θάνατο. Δόσεις μεγαλύτερες από 1000 mSv κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης περιόδου δημιουργούν τον κίνδυνο ότι θα αναπτυχθεί αργότερα καρκίνος, επειδή αυξάνει η πιθανότητα γενετικών ανωμαλιών (μετάλλαξης) σε περίπου 1 προς 1000.

• Δόση μεγαλύτερη από 100 mSv δίνει 5% πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου.

• Δόση 50 mSv - που είναι η χαμηλότερη δόση για την οποία δεν υπάρχουν στοιχεία πρόκλησης καρκίνου στους ενηλίκους- είναι η υψηλότερη δόση που επιτρέπεται από τους κανονισμούς ακτινοπροστασίας να εκτεθεί ένα άτομο ετησίως. Αν και δόσεις μεγαλύτερες από 50 mSv ανά έτος προκύπτουν σε διάφορα μέρη του κόσμου από τη φυσική ραδιενέργεια (στο Ramsar του Ιράν ανέρχεται σε 260 mSv), δε φαίνεται ότι προκαλούν κάποιο σχετικό πρόβλημα υγείας στους τοπικούς πληθυσμούς.

• Δόση 20 mSv ανά έτος, που υπολογίζεται κατά μέσο όρο για πάνω από 5 έτη δηλαδή 100 mSv σε 5 χρόνια με μέγιστο 50 mSv σε ένα έτος, είναι το όριο για το ραδιολογικό προσωπικό, όπως είναι οι εργαζόμενοι στην πυρηνική βιομηχανία, στα ορυχεία ουρανίου, στα ανθρακωρυχεία και στους εργαζομένους στα ραδιολογικά τμήματα των νοσοκομείων (πυρηνική ιατρική).

• Δόση περίπου 2 mSv ανά έτος είναι η ελάχιστη ακτινοβολία από τη φυσική ραδιενέργεια για τους κατοίκους της Γης, συμπεριλαμβανομένου ενός μέσου όρου 0,7 mSv ετησίως από το ραδόνιο στον αέρα.

• Δόση 0,3-0,6 mSv ανά έτος είναι ένας τυπικός ρυθμός δόσης από τεχνητές πηγές ακτινοβολίας ως επί το πλείστον από τις ιατρικές εφαρμογές.

• Δόση 0,05 mSv ανά έτος είναι η μέγιστη ακτινοβολία στο φράκτη της περιμέτρου ενός πυρηνικού εργοστασίου ηλεκτρικής ισχύος. Στην πράξη η δόση είναι μικρότερη.