Μέχρι το 1809 ο φωτισμός βασιζόταν στα κεριά και στις λάμπες πετρελαίου και αερίου. Τότε, ο Άγγλος φαρμακοποιός sir Humphrey Davy χρησιμοποίησε μια μπαταρία μεγάλης ισχύος για να προκαλέσει ηλεκτρικό σπινθήρα μεταξύ δύο ράβδων άνθρακα, δημιουργώντας έντονο φως. Ήταν η αρχή του ηλεκτροφωτισμού.

Το 1820, ο Άγγλος Warren De la Rue έκανε την πρώτη γνωστή προσπάθεια να κατασκευάσει ένα λαμπτήρα πυράκτωσης. Έκλεισε σε ένα σωλήνα, από τον οποίο είχε αφαιρέσει τον αέρα, ένα λεπτό νήμα λευκόχρυσου (Pt) τυλιγμένο σε σπείρα, και πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα διαμέσου του. Το σχέδιό του είχε βασιστεί στην ιδέα ότι επειδή ο λευκόχρυσος είχε υψηλό σημείο τήξης, θα μπορούσε να φτάσει στις υψηλές θερμοκρασίες που είναι απαραίτητες για να πυρακτωθεί. Η γυάλινη λάμπα θα έπρεπε να περιέχει όσο το δυνατό λιγότερο αέρα, ώστε να λιγοστέψουν οι αντιδράσεις με το λευκόχρυσο και, έτσι, να αυξηθεί η διάρκεια ζωής του.

Αν και το σχέδιό του πέτυχε, δεν είχε εμπορική αξία, επειδή ο λευκόχρυσος κοστίζει πολύ.
Σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα πολλοί επιστήμονες και εφευρέτες προσπάθησαν να κατασκευάσουν ένα λαμπτήρα πυράκτωσης οικονομικά αποδοτικό, πρακτικό και με μεγάλη διαρκείας ζωής. Το βασικό πρόβλημα ήταν να δημιουργήσουν ένα νήμα που να αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες και να έχει μεγάλη διάρκεια ζωής. Διερευνήθηκαν, τότε, πολλά υλικά με υψηλό σημείο τήξης σε κενό αέρα.

Σχέδιο λάμπας με νήμα λευκόχρυσου (1820) και λάμπα ηλεκτρικού τόξου (1880).



Ο Edison, ένα από τα πρώτα σχέδια της λάμπας του και ο πρώτος ηλεκτρικός λαμπτήρας του (1879).

Το 1879, ο Αμερικανός Thomas A. Edison και ο Άγγλος sir Joseph Wilson Swan ανέπτυξαν, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, τον πρώτο λαμπτήρα πυράκτωσης που μπορούσε να φωτίσει για ένα χρονικό διάστημα πρακτικά αξιοποιήσιμο, στην καλύτερη περίπτωση ήταν 13,5 ώρες. Τα διαφορετικά σχέδιά τους βασίστηκαν σε νήμα άνθρακα από βαμβάκι.
Το επόμενο στάδιο της προσπάθειάς τους εστίασε στην αύξηση της διάρκειας ζωής του νήματος. Το 1880 ο Edison κατασκεύασε λαμπτήρα με νήμα άνθρακα από μπαμπού, που φώτιζε μέχρι 1200 ώρες.
Στο βασικό πρόβλημα να δημιουργηθεί ένα νήμα που να αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες, η επιλογή του άνθρακα ήταν σχεδόν αυτονόητη, αφού είναι το στοιχείο με το υψηλότερο σημείο τήξης, περίπου 3500 oC. Το πρόβλημα, όμως, με τον άνθρακα ήταν ότι σε υψηλές θερμοκρασίες λειτουργίας εξαχνώνεται σχετικά γρήγορα και έτσι η διάρκεια ζωής του νήματος ήταν σύντομη. Η λύση που δόθηκε, αρχικά, ήταν να λειτουργεί ο λαμπτήρας σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, για να έχει μια λογική διάρκεια ζωής. Έτσι, όμως, μειωνόταν η φωτεινότητά του.
Άλλοι εφευρέτες δοκίμασαν δύο νέα υλικά για να βελτιώσουν τη φωτεινότητα. Το 1898 ο Αυστριακός Karl Auer χρησιμοποίησε όσμιο (Οs) , το οποίο έχει σημείο τήξης 3033 oC. Κατόπιν, το 1903, οι εταιρείες ηλεκτρολογικού υλικού Siemens και Halske πειραματίστηκαν με ταντάλιο (Ta) , το οποίο λιώνει στους 3017 oC. Αυτά τα στοιχεία τράβηξαν την προσοχή των ερευνητών, επειδή, όταν έφταναν σε αυτές τις υψηλές θερμοκρασίες, παρουσίαζαν τη λιγότερη εξάχνωση κι έτσι είχαν τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.

Διαφήμιση του 1882 των λαμπτήρων Edison με νήμα άνθρακα
και (δεξιά) λαμπτήρας Auer με νήμα από όσμιο.
Η τελική λύση ήρθε λίγα χρόνια αργότερα, το 1906-10, με την εφεύρεση του όλκιμου βολφραμίου (W) , από τον Αμερικανό William Coolidge και τους συνεργάτες του. Το όλκιμο βολφράμιο έχει πολλές ευνοϊκές για την περίπτωση ιδιότητες, όπως είναι το υψηλό σημείο τήξης, 3422 oC, η ελάχιστη εξάχνωση και η μεγάλη μηχανική αντοχή, μεγαλύτερη από αυτή του χάλυβα. Επίσης, είναι εύκολο να το επεξεργαστούμε και να του δώσουμε τη μορφή των ειδικών νημάτων που εξασφαλίζουν τη μεγάλη φωτεινότητα στους σύγχρονους λαμπτήρες πυράκτωσης. Με δευτερεύουσες βελτιώσεις, αυτό το λαμπτήρα πυράκτωσης χρησιμοποιούμε και σήμερα.
Οι πρώτες ίνες βολφραμίου εξαχνώνονταν λίγο, αλλά αρκετά για να μαυρίσουν εσωτερικά το γυαλί της λάμπας και να μειώσουν τη φωτεινότητά της.
Αργότερα, προστέθηκαν μέσα στους λαμπτήρες
πυράκτωσης αδρανή αέρια, όπως το άζωτο και το αργό,
για να μειώσουν την εξάχνωση του βολφραμίου.
Αλλά, ενώ αυτά τα αέρια μειώνουν την εξάχνωση και
αυξάνουν τη διάρκεια ζωής συγχρόνως ψύχουν το νήμα,
καθώς απομακρύνουν τη θερμότητα με ρεύματα,
και μειώνουν τη θερμοκρασία και τη φωτεινότητα
της λάμπας.
 

Ηλεκτρικός λαμπτήρας της εταιρείας Osram (1926), παρόμοιος με αυτούς που χρησιμοποιούμε σήμερα.

Στους σημερινούς λαμπτήρες μειώνουμε τις απώλειες από τη μεταφορά θερμότητας τυλίγοντας το νήμα σε λεπτές σπείρες, σαν ελατήριο, κι έτσι το νήμα φτάνει στις επιθυμητές θερμοκρασίες.

Οι σύγχρονες λάμπες πυρακτώσεως δεν έχουν καλή ενεργειακή απόδοση, μόνο το 4-6% της ενέργειας του ηλεκτρικού ρεύματος μετατρέπονται σε ορατό φως. Η υπόλοιπη ενέργεια μεταφέρεται στο περιβάλλον ως θερμότητα. Εντούτοις χρησιμοποιούνται ευρύτατα επειδή έχουν πολλά πλεονεκτήματα, όπως είναι το χαμηλό κόστος, η εύκολη τοποθέτηση, η λειτουργία σε χαμηλή τάση και η μεγάλη ποικιλία σε μορφή, σχήμα και φωτεινότητα.