Στους
σταθμούς παραγωγής ηλεκτρισμού της ΔΕΗ τεράστιες ηλεκτρογεννήτριες
παράγουν ηλεκτρική ισχύ, που πρέπει να μεταφερθεί χιλιόμετρα μακριά στις πόλεις
και στους οικισμούς.
Η μεταφορά γίνεται με τις ηλεκτρικές γραμμές, που είναι σύρματα από χαλκό και
κράματα αλουμινίου. Επειδή τα σύρματα θερμαίνονται, αν και έχουν μικρή ηλεκτρική
αντίσταση, παρουσιάζονται απώλειες ισχύος. Για την ελάττωση των θερμικών απωλειών
στο δίκτυο
διανομής πρέπει είτε να χρησιμοποιηθούν σύρματα με πάρα πολύ μικρή αντίσταση,
είτε να ελαττωθεί το ρεύμα.
Η πρώτη λύση είναι αντιοικονομική επειδή
χρειάζονται σύρματα με πολύ μεγάλο πάχος, έτσι
που τα κοιτάσματα χαλκού του πλανήτη θα έφταναν για σύρματα μερικών χιλιομέτρων
μόνον.
Έτσι, ελαττώνεται η ένταση του ρεύματος. Αυτό όμως αναγκάζει στην αύξηση της
τάσης
(διαφοράς δυναμικού), για να διατηρηθεί σταθερή η ηλεκτρική ισχύς που μεταφέρεται
(η
ηλεκτρική ισχύς υπολογίζεται από το γινόμενο (ηλεκτρικό ρεύμα) x (διαφορά δυναμικού)
ή P = IV).


Η αύξηση της τάσης γίνεται με μετασχηματιστές, που είναι η κατάλληλη μηχανή για την ανύψωση ή τον υποβιβασμό της (εναλλασσόμενης) τάσης.
Έτσι, στο σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ισχύος
ο εναλλακτήρας παράγει τάση 25 000 V
(25 kV), που αμέσως ανυψώνεται στο μετασχηματιστή μέχρι 400 kV. Από εκεί οδηγείται
στους υποσταθμούς διανομής, όπου η τάση υποβιβάζεται είκοσι φορές (μέχρι τα
15 kV). Πριν η τάση αυτή φτάσει στους καταναλωτές, λόγου χάρη, στα σπίτια,
υποβιβάζεται πάλι στους μετασχηματιστές διανομής στα 220 V (ή 380 V). Με αυτό
τον τρόπο οι απώλειες ισχύος δεν ξεπερνούν το 10%. Επιπλέον, για τη μεταφορά
της ηλεκτρικής ισχύος χρησιμοποιούνται λεπτότερα και ελαφρύτερα (άρα φθηνότερα)
σύρματα. Δηλαδή επιτυγχάνεται εξοικονόμηση ενέργειας και υλικών.
